Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Η αντιγραφή του κειμένου έγινε απο τον Γιώργο Οικονομίδη, κατόπιν ευγενικής αδείας, αποκλειστικά στον "Σπορέα", απο τον συγγραφέα κ. Στυλιανό Ι. Χαραλαμπάκη.

Στην αντιγραφή κρατήθηκε το ύφος και το ήθος της εποχής εκείνης.

Το κείμενο – κεφάλαιο αυτό, βρίσκεται στο βιβλίο με τίτλο: «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝΤΡΟΠΗΣ» του Στυλ. Ι. Χαραλαμπάκη, σελίδες 280-291,

 

έκδοση: ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Η θρησκευτική κίνηση που ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός πήρε το όνομα Εκκλησία (Ματθ. 16:18), που σημαίνει το σύνολο των πιστών στην θεϊκή διδασκαλία. Συνεργάτες Του εξέλεξε δώδεκα κατάλληλα πρόσωπα, τους οποίους ωνόμασεν αποστόλους (Λουκ. 6:13).

Αφού τους κατήρτισε επί τρία και πλέον χρόνια και αφού τους ώπλισε με ουράνιες δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος, ξεκίνησαν να πραγματοποιήσουν την εντολή που τους είχε δώσει: «Πηγαίνετε εις όλο τον κόσμο και κηρύξατε το ευαγγέλιο εις όλην την κτίσιν» (Μαρκ. 16: 15-16).

Σκοπός της αποστολής του Χριστού ήταν, να δείξει την αποτυχία του ανθρώπου, να θυσιαστεί για λογαριασμό του και να τον καλέσει σε μετάνοια και πίστη στο λυτρωτικό έργο Του. Οι Μαθηταί και Απόστολοι του Χριστού, συμμορφούμενοι με την εντολή του Διδασκάλου τους, «έφυγαν και έφεραν το χριστιανικό μήνυμα παντού κι ο Κύριος συνεργούσε μαζί τους κι επιβεβαίωνε το κήρυγμα τους με τα θαύματα που το συνόδευαν» (Μάρκ. 16: 20).

Η λυτρωτική αλήθεια που απεκάλυψεν ο Ιησούς Χριστός φέρει οικουμενικόν χαρακτήρα (Πράξ. 10: 34-45, Ρωμ. 2: 11)

Δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ φυλών και εθνών, μεταξύ τάξεων και ομάδων. Αλλά, όπως είναι φυσικόν, η συνείδηση των λαών, ο τρόπος του σκέπτεσθαι, το γεωγραφικό περιβάλλον και η πνευματική παράδοση, έθεσαν την σφραγίδα τους στη χριστιανική διδασκαλία.

Έτσι βλέπομεν ότι «Η Ορθόδοξη Εκκλησία εσχηματοποιήθη απο το αρχαίον Ελληνικό πνεύμα». «Η Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία εσχηματοποιήθη απο την νομικήν ατμόσφαιραν της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εντεύθεν η διοίκησίς της είναι μονοκρατορία».

Ο ίδιος σχηματισμός παρατηρείται και στις διάφορες τάξεις της Διαμαρτυρόμενης Εκκλησίας. Για τους λόγους αυτούς η Εκκλησία δεν διατηρήθηκε ενιαία. Παρόλα αυτά δεν παύει να έχει οικουμενικόν χαρακτήρα.

Η Χάρις του Θεού επομένως συνεργάζεται με όλες τις επί μέρους τάξεις – εκκλησίες.

Η Εκκλησία στο ωραίο ξεκίνημα της ανέδειξε τα μεγαλύτερα πνεύματα, ανθρώπους σωστούς, με αρχές και αναπτυγμένα συναισθήματα. Αυτοί οι άνθρωποι σαν θεϊκά όργανα ανέτρεψαν την ειδωλολατρεία και θεμελίωσαν την πίστη στον Αληθινό Θεό. Κατάργησαν τις ανθρωποθυσίες, άλλαξαν ήθη και έθιμα, μετέτρεψαν τις αχαλίνωτες καταστάσεις σε λογικά καθεστώτα, τροποποίησαν παραμορφωμένες συνήθειες σε άγιες επιρροές και λογικές συνθήκες. Κατήργησαν τις φυλετικές διακρίσεις και έδωσαν και έδωσαν το λαμπρότερο παράδειγμα της ζωής.

Ήταν μεγαλειώδης και ισχυρή η Εκκλησία, αγωνιζομένη τον ιερόν αγώνα της πίστεως, εκχύνουσα ποταμούς μαρτυρικών αιμάτων, τα οποία τελικώς επέφεραν την επικράτηση και τον θρίαμβό της. Η εποχή εκείνη ήταν περίοδος της μυροβόλου ανοίξεως, του άφθαστου μεγαλείου και της πλήρους αγιότητος. Την προσοχήν της την είχε εστραμμένη στον νοήμονα ναόν του Θεού, τον άνθρωπο, για τον οποίον εφρόντιζε και κοπίαζε.

Το πρεσβυτέριον – συμβούλιόν της ήταν ακηλίδωτον. Οι πρεσβύτεροι δεν ζητούσαν τιμές και πρωτοκαθεδρίες. Δέν ήθελαν χρυσοΰφαντα άμφια και αλαζονικά αξιώματα.

Δεν προσφωνούντο με αλαζονικούς και εγωϊστικούς τίτλους κουφότητος και φιλαρχίας, του Σεβασμιωτάτου, Μακαριωτάτου, εκλαμπροτάτου, Παναγιωτάτου, και κριτού της Οικουμένης, με κάθε οφφίκιον και οφφικιούχο τίτλο. Όλοι ήταν αδελφοί κατά την σύσταση του Σωτήρος Χριστού: «Όλοι σεις είσθε αδελφοί» (Ματθ. 23: 8)

Αυτή η εκκλησία ήταν πράγματι Ορθόδοξη με σωστή πορεία και ευθεία γραμμή στη δράση της και στην αποστολή της. Χαρακτηριστικά γράφει ο Μητροπολίτης Φλωρίνης κ. Αυγουστίνος, τα εξής: «Η πρώτη Εκκλησία δεν είχε να επιδείξει ναούς μεγαλοπρεπείς, αρχιερείς με μίτρας αδαμαντοκολλήτους και χρυσάς ράβδους. Αλλ’ είχε κάτι ανώτερον, είχε χριστιανούς, κληρικούς και λαϊκούς με χρυσές καρδιές». (Περιοδικόν «ΣΤΑΥΡΟΣ», αρ. φύλ. 99).

Γι’ αυτό καθιερώθηκε στην ύπαρξή της και ο ωραίος τίτλος που τότε της άξιζε, «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ», σε σχέση με την ορθή πίστη που τότε διατηρούσε στα Βιβλικά μηνύματα.

Το επίθετον αυτό «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» χρησιμοποιήθηκε σε αντιδιαστολή προς τα επίθετα «κακό-δοξος» ή «ετερόδοξος».

Οι όροι «ορθόδοξος», «ορθοδοξία», βρίσκονται το πρώτον εις το σύγγραμα «Αιρετικής Κακομηθείας» του επισκόπου Θεοδωρήτου της πόλεως Κύρου της Αντιοχείας (423-460).

 

Η κατόπιν ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Με βάση τα Βιβλικά και ιστορικά δεδομένα, ξέρομε, ότι η Εκκλησία διατήρησε την αποστολική γραμμή μέχρι το 500 μ.Χ. περίπου.

Επειδή πολλά βάρη σήκωσε στην ράχη της η Εκκλησία, ήταν επόμενον ότι στις απροσεξίες των ποιμένων, τα βάρη αυτά θα εκύρτωναν την ράχη της. Πράγμα το οποίον και έγινε.

Το κακό ξεκίνησε σιγά και βαθμιαία.

 

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου πρόσφεραν πολύ κακή υπηρεσία στην Εκκλησία.

Ολίγα έχομε απο την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πολλά όμως έχομε στις ημέρες του Μεγάλου Θεοδοσίου και του Ιουστινιανού.

Προκειμένου να στηρίξει το ιερατείον της Ανατολικής Εκκλησίας ο Μέγας Θεοδόσιος, αναφέρει η ιστορία: «Δια διατάγματος εκδοθέντος κατά μήνα Φεβρουάριον του 380, καθιέρωσε τον θρίαμβον της ορθοδοξίας».

Επέβαλε αυστηρές ποινές σε όσους δεν ήταν μέλη της επίσημης Εκκλησίας. Τους αφήρεσε όλα τα πολιτικά δικαιώματα, κατεδίκασε πολλούς σε εξορία, «επιβαλών κατά τινών μάλιστα και την του θανάτου ποινήν». Ο Ολλανδός Βυζαντινολόγος Έσσελιγκ σχολιάζοντας τα ανωτέρω γράφει: «Ήτο πλέον ικανώς ισχυρά η Εκκλησία, ώστε αναγκάζειν εισελθείν».

Πολλά κακά επέφερε στην Εκκλησία και ο Ιουστινιανός. Επί του σημείου τούτου γράφει και ο πανεπιστημιακός διδάσκαλος, Αμ. Αλιβιζάτος τα εξής:

  • «Οι εθνικοί κατά μάζας προσερχόμενοι εις τον Χριστιανισμόν έφερον μεθ’ εαυτών πάσας σχεδόν τας εθνικάς αυτών κακίας και πολλάς κακάς αυτών συνηθείας και έξεις, αίτινες ξέναι το πρώτον και αποτροπιαστικαί θεωρούμεναι, μικρόν κατά μικρόν εισεχώρουν εις την χριστιανικήν κοινωνίαν, ης η όψις δι’ αυτών εντελώς ηλλοιωμένη παρουσιάζεται».

Αυτά τα δανείστηκε ο Αλιβιζάτος απο το βιβλίον του Έσσελιγκ: «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» σελ. 36.

 Ο Έσσελιγκ υποστηρίζει ότι:

  • «Η διήγησις του Ιουστίνου (αρχαίου απολογητού) αποδεικνύει δύο τινά, ήτοι: Πρώτον, ότι μέχρι το 157 μ.Χ. δεν υπήρχον εν τη Εκκλησία ιερείς ή αρχιερείς και δεύτερον, ότι τους ιερείς και αρχιερείς εισήγαγον εις την Εκκλησία οι ειδωλολάτραι, οπαδοί του Μίθρα του Θεού των Περσών, όταν μετά τον Ιουστίνον εισήλθον ούτοι εις την Εκκλησία κατά μάζας».

Άλλοι ιστορικοί αναφέρουν:

  • «Οι εξ Ιουδαίων, ηθέλησαν να φέρουν εντός της χριστιανικής εκκλησίας μέρος απο τα ιουδαϊκά ήθη και τας ιουδαϊκάς διατάξεις… οι εξ ειδωλολατρών χριστιανοί, έφεραν ωσαύτως τας ιδικάς των ενοχλήσεις εις την Εκκλησίαν. Αι αθρόαι προσχωρήσεις, αι σχεδόν καθ’ ημέραν, ήτο επόμενον να δυσκολεύσουν τας εκκλησιαστικάς αρχάς… Και από τας τάξεις ταύτας προήλθον εις βάρος της Εκκλησίας όχι ολίγα ουδέ μικρά σκάνδαλα και ζιζάνια» (Μιχ. Γαλανός).

Όταν κατά τον 4ον περίπου αιώνα εισεχώρησε επίσημα ο όρος «ιερεύς» στην Εκκλησία απο συνήθεια των ειδωλολατρών και των Ιουδαίων, εννοείτο ο προϊστάμενος – πρόεδρος της Εκκλησίας, όχι ο άνθρωπος που έχει την Εξουσία «του δεσμείν και λύειν», όπως έχει σήμερα. Η συμμετοχή όμως των αυτοκρατόρων στα εκκλησιαστικά θέματα και τα Αξιώματα που παρεχώρησαν στους ποιμένες των Εκκλησιών, τα οποία οι εκκλησιαστικοί αβασάνιστα υιοθέτησαν, έγιναν αιτία να θελήσουν οι εκκλησιαστικοί άνδρες να σταθεροποιήσουν τη θέση τους και να διακηρύξουν: Άνευ ιερέως ή αρχιερέως εκκλησία δεν υπάρχει.

Γι’ αυτούς, λοιπόν, δεν ισχύουν τα λόγια του Χριστού: «Όπου είναι δύο ή τρεις συνηγμένοι στο όνομά μου, εκεί είμαι και εγώ εν μέσω αυτών», που σημαίνουν ότι είναι μία πλήρης Εκκλησία.

Έτσι εδογμάτισαν την «ειδική ιερωσύνη», που σημαίνει ότι μόνον ο ιερεύς, ο αμαρτωλός, φυσικά, άνθρωπος, έχει το δικαίωμα να δίδει την Χάρη του Θεού, όπου θέλει και να την αφαιρεί, απ’ όπου επιθυμεί. Αυτό όμως, σημαίνει ότι ο Θεός συγχωρεί τον αμαρτωλόν, χρησιμοποιώντας άλλον αμαρτωλόν;

Όλ’ αυτά περιορίζουν την ελευθερία του Ευαγγελίου και αφαιρούν το δικαίωμα του Ιησού Χριστού και την αξιομισθία του Αίματός Του. Ο λόγος του Θεού μας πληροφορεί, ότι ιερεύς – αρχιερεύς είναι μόνον ο Κύριος, ο οποίος «εις τον αιώνα απαράβατον έχει την ιερωσύνη». Κατά τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, επίσης, της ορθοδόξου Εκκλησίας («ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ» Δ. Μπαλάνου), η αποστασία έχει την αρχή της απο το 450 μ.Χ. Από την εποχή αυτή αρχίζει η παρακμή της Εκκλησίας, που οφείλεται κυρίως στην αχαλίνωτη παράδοση. Αυτή η παράδοση εξετόπισε την Αποστολική ή Ιερά Παράδοση και η παρηκμασμένη εκκλησιαστική κατάσταση υιοθέτησε κάθε ιουδαϊκό και ειδωλολατρικό στοιχείο που θα βοηθούσε την σταθεροποίηση του «ειδικού» πλέον ιερατικού κλάδου.

Αφού σταθεροποιήθηκαν, λοιπόν, ήταν πλέον οι ισχυροί άνδρες, «ώστε αναγκάζειν εισελθείν», κατά τον Έσσελιγκ.

 

Αποτελέσματα

 

Αποτέλεσμα 1ον:

Εξετόπησαν το στοιχείον του αγιασμού, που πρέπει να διακρίνει τα μέλη της Εκκλησίας, και το τοποθέτησαν σε ορισμένα άτομα, σε όσα κατά την αρρωστημένη αντίληψη των ιερέων νομίζουν ότι έκαμαν «θαύματα».

Έτσι απεστέρησαν το δικαίωμα απο τον θεόν, που μόνον Αυτός «γνωρίζει τους όντας αυτού». Μετά τον θάνατο των αγίων αυτών έκαμαν τα οστά τους στοιχεία λατρείας και προσκυνήσεως. Έτσι δημιουργήθηκαν οι έμποροι των «ιερών λειψάνων», για τους οποίους γράφει πολλά και άκρως δυσάρεστα η ιστορία.

 

Αποτέλεσμα 2ον:

Αντί του αγιασμού του Πνεύματος του Αγίου, οι «ειδικοί ιερείς» έκαμαν δικό τους αγιασμό, με το νερό (νεροποιημένο αγιασμό), τον οποίον μόνο ο «ειδικός ιερεύς» έχει το δικαίωμα να εκτελέσει. Το άψυχο, δηλαδή, νεράκι αγιάζει το έμψυχο. Ο «αγιασμός» αυτός είναι κατασκεύασμα του 5ου αιώνος, από Ιουδαϊκή επίδραση. Έτσι οι άνθρωποι κατασκευάζουν μόνοι τους τον «αγιασμό» και δεν έχουν ανάγκη του Πνεύματος του Αγίου.

 

Αποτέλεσμα 3ον:

Κατήργησαν «οι ειδικοί» το Βιβλικόν βάπτισμα των ενηλίκων και εφήρμοσαν το βάπτισμα των νηπίων. Για να δικαιολογήσουν την αντιβιβλική θέση τους εμφανίζουν κατά το βάπτισμα:

  1. Το νήπιον ως κατοικητήριον δαιμονίων. Αυτοί κατόπιν του «διαβάζουν» τους εξορκισμούς και διώχνουν τα δαιμόνια.
  2. Εμφανίζουν τον Ναόν ως πολυκατοικία δαιμονίων (κατά το μυστήριον).
  3. Παρουσιάζουν την Κολυμπήθρα ως πισίνα στην οποίαν μπανιάρονται τα δαιμόνια και ο ιερέας προσπαθεί, διαβάζοντας να τα απομακρύνει (κατά το μυστήριον).

Μετά το βάπτισμα και όταν πλέον το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει την ζωή, του λένε: "Σε κάναμε χριστιανό, αφού σε βαπτίσαμε". Αν πίστεψε ή όχι, δεν το ρωτούν ποτέ, αφού δεν έχει και την ικανότητα να απαντήσει, ενώ πρέπει να προηγηθεί η πίστη και να ακολουθήσει το βάπτισμα, κατά την ρητή εντολή του θείου Ιδρυτού της Εκκλησίας (Μάρκ. 16: 16).

 

Αποτέλεσμα 4ον:

Με το νηπιοβάπτισμα κατήργησαν την πείρα – λειτουργία του Πνεύματος του Αγίου για την αναγέννηση, διότι πιστεύουν ότι με το βάπτισμα ο άνθρωπος αναγεννάται. Αυτός είναι ο λόγος που στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν γίνεται ποτέ λόγος περί αναγεννήσεως.

Αυτό αντιστρατεύεται και την διδασκαλία του Συμεών του Νέου Θεολόγου, ο οποίος θεωρεί ότι το βάπτισμα δεν σώζει, αλλά χρειάζεται ενσυνείδητη εμπειρία με το Άγιο Πνεύμα.

 

Αποτέλεσμα 5ον:

Την εξομολόγηση προς τον Θεόν την οικειοποιήθηκαν οι «ειδικοί ιερείς».

Όσο άγιος και αν είσαι και όσες βιβλικές αρετές και αν σε διακρίνουν, άν ο «ειδικός ιερέας» δεν σου δώσει άφεση αμαρτιών, δεν πρόκειται να δεις πρόσωπον Θεού. Αν αυτός δεν πει στον Θεό: «Συγχώρησον αυτόν δι’ εμού του αμαρτωλού και αναξίου δούλου Σου», δεν θα έχεις ποτέ εισητήριον για την βασιλεία του Θεού.

Αυτό έγινε αιτία να δημιουργηθεί και η εμπορική επιχείρηση των «Συγχωροχαρτιών», για τα οποία μας πληροφορούν οι ιστορικοί, «ότι ανέκαθεν και η Ανατολική Εκκλησία, παράλληλα με την Παπική, εξέδιδε και αυτή «Συγχωροχάρτια» και μάλιστα με νομοθετημένη συνήθεια, (βλέπε: ΤΑ ΑΝΑΠΟΔΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ Β’ έκδοση σελ. 134-135). Με άλλα λόγια, κατά τους ιερείς, ο Θεός συγχωρεί τον κάθε αμαρτωλό, χρησιμοποιώντας άλλο αμαρτωλό, όχι δια του Αίματος του Ιησού Χριστού. Αυτό λέγεται ανταρσία, και αποστασία και αίρεση.

 

Αποτέλεσμα 6ον:

Οι «ειδικοί ιερείς» ξανασταυρώνουν τον Χριστό. Κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, κάθε φορά που ο «ειδικός ιερέας» επιτελέσει την θεία Λειτουργία, ξανασταυρώνει τον Χριστό επάνω στην Αγία Τράπεζα. Ό,τι έγινε στο Γολγοθά, το ίδιο κάνει και ο ιερέας στην Αγία Τράπεζα, σε κάθε Λειτουργία. Με άλλα λόγια, αυτό γι’ αυτούς σημαίνει ότι ο Χριστός δε τελειοποίησε το έργον της σωτηρίας στο σταυρό και έρχονται οι ανειδίκευτοι «ειδικοί ιερείς» να το τελειοποιήσουν. Και όμως ο Κύριος είπε εκείνο το θριαμβευτικό «Τετέλεσται».

Όχι μόνον, αλλά και το Πνεύμα το Άγιον μας πληροφορεί ότι: «Αυτός προσέφερε μίαν θυσίαν υπέρ των αμαρτιών».

Αυτό φανερώνει την «Άπαξ» γενομένη θυσία (Εβρ. 10: 12-13). Ο Θείος Δείπνος δεν είναι τίποτε άλλο, από μια ανάμνηση του ιστορικού γεγονότος – της θυσίας του Χριστού.

Αυτό σημαίνει άλλωστε η λέξη «ανάμνηση». Επανέρχεται στη μνήμη ένα τετελεσμένο γεγονός.

 

Αποτέλεσμα 7ον:

Όλα τα ανωτέρω και όλες οι άλλες συνήθειες (ιερατικά συστήματα) δεν έχουν καμιά βιβλική βάση, ούτε της Ιεράς Παραδόσεως τοποθέτηση (δεν εννοώ την εκκλησιαστική).

Όλα έχουν την προέλευσή τους απο ψευδεπίγραφα κείμενα. Πρόκειται, λοιπόν, περί πλήρους αποστασίας και ανταρσίας και ανυπακοής, την οποίαν επεσφράγισεν ο θεσμός των «Επτά Μυστηρίων». Η εξιστόρηση του θέματος των «Μυστηρίων» παρουσιάζει μια πλήρη αστάθεια. Η Καινή Διαθήκη μας ομιλεί περί δυο τελετών (κατά τους ορθοδόξους μυστηρίων).

Όλα γενικώς τα αρχαία κείμενα ομιλούν περί δύο τελετών – μυστηρίων. Οι χριστιανοί απο τον 2ον αιώνα μ.Χ. άρχισαν από σεβασμό και ιεροπρέπεια να ονομάζουν Μυστήρια όλες τις θρησκευτικές εκδηλώσεις. Έτσι λένε οι ιστορικοί. Και οι καθηγηταί των Πανεπιστημίων απο ιστορική ανάγκη αυτό υποστηρίζουν: «Ο αριθμός των μυστηρίων, ούτε εν τη Κ. Διαθήκη, ούτε υπό των πατέρων ή τινός των παλαιοτέρων εκκλησιαστικών συγγραφέων καθορίζεται… πάντα απο του δωδεκάτου και μετέπειτα αιώνος εις επτά αναβιβασθέντα τα ειδικά μέσα της χάριτος».

Πέρασαν, λοιπόν, δώδεκα αιώνες και τον 13ον αιώνα εμφανίζονται τα «Επτά Μυστήρια». Αυτά είναι κατασκευάσματα, λοιπόν, του 13ου αιώνος. Και όμως, υποστηρίζουν, ότι αυτά είναι τα «μέσα της Χάριτος», ή «οι αγωγοί της Θείας Χάριτος». Έτσι παραμέλησαν το Αίμα του Χριστού και στη θέση του τοποθέτησαν του 13ου αιώνος τα τεχνάσματα των στείρων πνευμάτων. Δια των Μυστηρίων, υποστηρίζουν, ότι σώζεται ο άνθρωπος. Και γι’ αυτά οι ιστορικοί της εκκλησίας υποστηρίζουν ότι έχουν την προέλευση απο το ψευδεπίγραφο βιβλίον του Διονυσίου του Αρειοπαγίτου. Αν αυτό δεν λέγεται αίρεση και αποστασία και ανταρσία και ανυπακοή, πώς πρέπει να λέγεται; Ποιοί λοιπόν είναι οι αιρετικοί;

 

Αποτέλεσμα 8ον:

Κατόπιν αυτών ήταν πλέον φυσικόν ότι θα αντικαθιστούσαν και το ΦΩΣ του Χριστού με άλλο, ανθρώπινον.

Έγινε και αυτό. Δεν ξέφυγε απο το πνεύμα της αποστασίας. Υποστηρίζουν ότι το Μεγάλο Σάββατον, ο Ορθόδοξος μόνο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων παίρνει αοράτως το «άγιον» φως απο τον Τάφο του Χριστού. Και με αυτό αποδεικνύουν ότι μόνο η Ορθοδοξία είναι η αληθινή και γνήσια «εκκλησία».

Έδωσε Χάρη ο Θεός και με αδιάσειστα στοιχεία και επιχειρήματα απέδειξα την πλάνη και την απάτη περί του λεγομένου «αγίου φωτός».

Όλα επομένως έχουν θεμέλια αβάσιμα και ανιστόρητα, νόθα και παραποιημένα.

 

Αποτέλεσμα 9ον:

Στα βυζαντινά χρόνια οι καλόγεροι απο οκνηρία και για να αποφεύγουν το στρατιωτικό ίδρυσαν πολλά Μοναστήρια.

Για την διατήρησή τους ζητούσαν από τους αφελείς ανθρώπους να προσφέρουν δωρεές για την σωτηρία της ψυχής τους. Έλεγαν: Δώσε, δώσε για να σωθεί η ψυχή σου. Έτσι επικράτησε η αντιχριστιανική διδασκαλία, ότι ο άνθρωπος σώζεται δια των έργων. Ή μάλλον το ένα πόδι της σωτηρίας είναι η πίστις και το άλλο είναι τα έργα.

Ο λόγος του Θεού όμως απορρίπτει αυτή τη διδασκαλία και λέγει: «κατά χάριν είσθε σωσμένοι δια της πίστεως και τούτο δεν είναι απο σας, Θεού το δώρον, ουχί εξ έργων, δια να μη καυχηθεί τις» (Εφεσ. Β’ 8-9).

«Όστις (Χριστός) έσωσεν ημάς, και εκάλεσε με κλήσιν αγίαν, ουχί κατά τα έργα ημών, αλλά κατά την εαυτού πρόθεσιν και χάριν» (Β’ Τιμ. Α’ 9).

Αποκλείονται, λοιπόν, οι ανθρώπινες προσπάθειες. Τα έργα ακολουθούν και αποδεικνύουν την πίστη και την σωτηρία. Ο λαός μη γνωρίζοντας τα θεϊκά μηνύματα έδιδεν αφειδώς στα Μοναστήρια και έτσι απέκτησαν τεράστιες περιουσίες.

 

Αποτέλεσμα 10ον:

Η παρηκμασμένη αυτή κατάσταση οδήγησε και στη μεσιτεία των Αγίων και της Μητρός του Κυρίου. Επιμένουν ότι οι άγιοι μεσιτεύουν. Δεν υπάρχει όμως κανένα σημείον στην Καινή Διαθήκη, ούτε στα αρχαία κείμενα των πατέρων και απολογητών που να αναφέρεται σε μεσιτείες αγίων. Η αρχέγονη Εκκλησία ακολουθούσε την Βιβλική γραμμή, δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτή την πλάνη.

Κατ’ αρχήν ο λόγος του Θεού ορίζει σαφώς: «Εις γαρ Θεός εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α’ Τιμ. Β’ 5). Το «εις» είναι αριθμητικό απόλυτον και σημαίνει ότι δεν υπάρχει άλλος, δεν μπορεί να υπάρξει άλλος. Οι άνθρωποι από άγνοια χρησιμοποιούν πολλούς, αλλά είναι εκτός των πραγμάτων. Και αυτό λέγεται αποστασία, και κατά την ορθόδοξη αντίληψη, οι άγιοι δεν είναι πανταχού παρόντες, δεν είναι πάνσοφοι, παντογνώσται, καρδιογνώσται, δεν είναι παντοδύναμοι. Πως λοιπόν θα γνωρίζουν τις κατά τόπους επικλήσεις των ανθρώπων; Μα, λένε, γνωρίζουν, γιατί γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Κεφ. ΙΕ’ 10) ότι, «χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού δια ένα αμαρτωλό μετανοούντα». Πως γίνεται, λοιπόν, η χαρά αν δεν ξέρουν οι άγιοι τι γίνεται στη γή; Η απάντησις είναι απο τον λόγο του Θεού. Ο Χριστός γνωστοποιεί τα γεγονότα που συμβαίνουν στη γη ενώπιον των αγγέλων. Και απ’ Αυτόν γνωρίζουν την μετάνοια του αμαρτωλού και γίνεται η εν ουρανοίς χαρά. Είπεν ο Χριστός:

  • «Πας όστις με ομολογήσει έμπροσθεν των ανθρώπων, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει ομολογήσει αυτόν έμπροσθεν των αγγέλων του Θεού» (Λουκ. ΙΒ’ 8).

Δεν λέγει έμπροσθεν των αγίων, αλλά έμπροσθεν των αγγέλων, ειδικά στους αγγέλους αναφέρεται. Διότι οι άγγελοι είναι τα υπηρετικά πνεύματα και θεωρεί ο Κύριος καλόν να πληροφορήσει τα αγγελικά όργανά Του για τα αποτελέσματα της υπηρεσίας τους (Εβρ. Α’ 14).

Αρχικά, όταν έκαμε την εμφάνισή της αυτή η τόσον εσφαλμένη συνήθεια της μεσιτείας των αγίων και της Μητρός του Κυρίου, οι Πατέρες της Εκκλησίας, δηλαδή η Διοίκηση της τότε Εκκλησίας απεφάσισε: «Εν τιμή έστω Μαρία, μηδείς προσκυνείτω, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα προσκυνήσθω». Δια δε τους αγίους απεφάσισαν: «Η προσκύνησις προς τους αγίους είναι διαβολικόν ενέργημα και πνεύματος ακαθάρτου διδασκαλία».

Αυτό δείχνει ότι η σημερινή ορθόδοξη Εκκλησία δεν συμφωνεί με τον εαυτό της, αν επιμένει ότι είναι η αποκλειστικά πρωτοχριστιανική Εκκλησία.

 

Ορθοδοξία, ποιός θα σε κλάψει;

Ένας Ιερεμίας χρειάζεται.

"Η οκνηρία φέρνει βαθύν ύπνον"

(Παροιμίες: ιθ' 15)

 

Επιμέλεια
Γιώργος Οικονομίδης
"Σπορέας"

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ