ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Filed under ΒΙΒΛΙΚΑ

Πριν μπούμε στη μελέτη μας θα ήθελα να πούμε λίγα λόγια για τη θεϊκή αποκάλυψη. Η αποκάλυψη του Θεού διακρίνεται στη γενική και στην ειδική. Η γενική αποκάλυψη είναι τα ποικίλα μέσα που χρησιμοποιεί ο Θεός ως όργανα για να φανερώσει τον Εαυτό Του.

1. Η φύση, δηλ. η υλική δημιουργία του Θεού. Σε σχέση με τη φύση δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τα ωραία εκείνα λόγια του Ψαλμού: «Τα ουράνια φανερώνουνε το μεγαλείο του Θεού και δείχνει το στερέωμα τα έργα που έχει φτιάξει. Η μια στην άλλη μέρα μεταδίδει αυτό το μήνυμα κι η μια στην άλλη νύχτα μεταφέρει αυτή τη γνώση» Ψαλμ. 19:1,2. Σύμφωνα μ’ αυτό τον Ψαλμό η γνώση, που η φύση αναγγέλλει, είναι η αποκάλυψη που ο Θεός μεταδίδει μέσω της υλικής δημιουργίας. Η φύση μας μιλάει για την παντοδυναμία, τη σοφία και την πρόνοια του Θεού. Την ίδια ακριβώς μαρτυρία για τη φύση ως φορέα αποκάλυψης δίνει και ο Απ. Παύλος στην Επιστολή προς Ρωμαίους 1:19,20 «Αυτό γίνεται γιατί ό,τι μπορούσαν να γνωρίζουν για το Θεό τους ήταν γνωστό, αφού ο Θεός τους το φανέρωσε. Δηλαδή, παρ’ ότι είναι αόρατες και η αιώνια δύναμη του Θεού και η θεϊκή του ιδιότητα, μπορούσαν να τις δουν μέσα στη δημιουργία, από τότε που έγινε ο κόσμος». Τα αόρατα του Θεού, δηλ. η αιώνια και αμετάβλητη δύναμη και η θεϊκή Του ιδιότητα, γίνονται φανερά στον άνθρωπο μέσω των δημιουργημάτων Του. Σ’ αυτή την αποστολή της φύσης, να είναι μάρτυρας της δύναμης, της σοφίας και της αγάπης του Θεού, αναφέρθηκε ο Απ. Παύλος και στην ομιλία του στα Λύστρα της Μ. Ασίας: «Στις περασμένες γενιές άφησε όλα τα έθνη να πορεύονται το δρόμο τους. Αλλά δεν άφησε αφανέρωτο τον εαυτό του. Γιατί και τότε εκδηλωνόταν ευεργετώντας, στέλνοντάς σας από τον ουρανό βροχές και εποχές καρποφόρες, γεμίζοντας με τροφή και χαρά τις καρδιές σας» Πράξ. 14:16,17.

2. Ο δεύτερος φορέας αποκάλυψης του Θεού βρίσκεται μέσα μας. Η συνείδησή μας και είναι απομεινάρι της αρχικής δημιουργίας. Σ’ αυτό το όργανο της θείας αποκάλυψης αναφέρεται ο Απ. Παύλος όταν λέει: «Όσο για τα άλλα έθνη, που δε γνωρίζουν το νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνοι τους αυτό που απαιτεί ο νόμος. Αυτό δείχνει πως, αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει νόμος. Η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιές τους. Και σ’ αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους, που η φωνή της τους τύπτει ή τους επαινεί, ανάλογα με τη διαγωγή τους» Ρωμ. 2:14,15.

3. Ένα άλλο μέσο αποκάλυψης, υπό την ευρεία έννοια του όρου, είναι η ιστορία. Για τον προσεκτικό παρατηρητή η ιστορία δεν είναι ένας σωρός από γεγονότα, χωρίς σχέδιο και χωρίς σκοπό. Είναι το πεδίο πάνω στο οποίο η θεία δύναμη εισβάλλει στη ζωή των ανθρώπων. Ο ιστός της ιστορίας πλέκεται σύμφωνα μ’ ένα προδιαγεγραμμένο σχέδιο. Και το κορύφωμα της ανθρώπινης ιστορίας υπήρξε η κύρια εισβολή του Θεού στη ζωή του ανθρώπου με την ενσάρκωση του Υιού του Θεού. Γι’ αυτήν ακριβώς την αποκάλυψη του Θεού είχε προφητέψει ο Ησαΐας 40:5: «Τότε η δόξα του Κυρίου θα φανερωθεί και θα τη δουν ταυτόχρονα όλοι οι άνθρωποι, γιατί ο Κύριος ο ίδιος μίλησε». Και στο πλήρωμα του χρόνου φανερώθηκε μ’ αυτό τον ιδιαίτερο τρόπο η δόξα του Κυρίου, όπως μας το περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης 1:14 «Ο λόγος έγινε άνθρωπος κι έστησε τη σκηνή του ανάμεσά μας και είδαμε τη θεϊκή του δόξα, τη δόξα που ο μοναχογιός την έχει απ’ τον Πατέρα, ήρθε γεμάτος χάρη θεϊκή κι αλήθεια για μας». Σ’ αυτό το ιδιαίτερο σημείο της ανθρώπινης ιστορίας πραγματοποιήθηκε το πλουσιότερο φανέρωμα, η σπουδαιότερη αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο. Το γεγονός όμως της ενσάρκωσης του Υιού του Θεού είναι και το σημείο στο οποίο η γενική αποκάλυψη του Θεού εξαντλεί πλέον τα όρια και τις δυνατότητές της και παραχωρεί τη θέση της στην ειδική αποκάλυψη. Η γενική αποκάλυψη, ως εκ της φύσης της, δεν μπορεί να μεταδώσει στον άνθρωπο παρά μόνο μικρό μέρος των μυστικών και του χαρακτήρα του Θεού. Η πολυτιμότερη υπηρεσία, που η γενική αποκάλυψη πρόσφερε στον άνθρωπο, ήταν η διαπίστωση του πόσο περιορισμένα και ασήμαντα είναι τα επιτεύγματά του μπροστά στα μεγαλεία του Θεού. Έτσι λοιπόν η ανακοίνωση του σπουδαιότερου τμήματος των μυστικών του Θεού επιφυλάχθηκε για την ειδική αποκάλυψη που είναι οι Γραφές.

Εδώ όμως προβάλλουν ορισμένα ερωτήματα: Τι εννοούμε με τον όρο «Γραφές»; Μήπως για την ειδική αποκάλυψη υπάρχει και άλλη πηγή πληροφοριών πέραν των Γραφών;

Στο ερώτημα αυτό η Ευαγγελική Εκκλησία, ανεξάρτητα από γεωγραφική θέση και δογματική απόχρωση, απάντησε αρνητικά. Οι άλλοι δύο κλάδοι όμως της Χριστιανικής Εκκλησίας, η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική, αναγνώρισαν ως δεύτερη «ισότιμη και ισόκυρη» πηγή με την Αγία Γραφή την προφορική παράδοση. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αμέσως μετά την επικράτηση της Μεταρρύθμισης σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης, για να τακτοποιήσει τα του οίκου της, προχώρησε και περιέβαλε με αυθεντία και κύρος την παράδοση με την Σύνοδο στο Τριδέντο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν την επικύρωσε με Σύνοδο, όμως γίνεται δεκτή ως επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας.

Γιατί η Ευαγγελική Εκκλησία αρνήθηκε επίμονα να διευρύνει τα όρια της ειδικής αποκάλυψης με την παραδοχή της προφορικής παράδοσης ως δεύτερης πηγής; Το ζήτημα αυτό δεν προέκυψε για πρώτη φορά. Το ίδιο ακριβώς είχε ν’ αντιμετωπίσει και η προ Χριστού Ιουδαϊκή Εκκλησία. Η επίδραση που άσκησε η παράδοση εκείνη στην Εκκλησία, απέδειξε ότι κάθε φορά που μια Εκκλησία παραχωρεί στην προφορική παράδοση μια θέση ισότιμη με το γραπτό Λόγο, η προφορική παράδοση δεν αρκείται στην ισοτιμία, αλλά διεκδικεί επίμονα και στο τέλος κατακτά μια θέση απόλυτης υπεροχής πάνω στο γραπτό Λόγο. Από αγάπη και σεβασμό προς το Νόμο, που είχε δώσει ο Θεός μέσω του Μωϋσή, άρχισαν να καλλιεργούνται παραδόσεις στα σπλάχνα της Ιουδαϊκής Εκκλησίας. Σκοπός τους μοναδικός, στη αρχή τουλάχιστον, ήταν να κατοχυρώσουν το Νόμο του Θεού στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Από φόβο μήπως μια ορισμένη διάταξη του Νόμου δεν έγινε αρκετά αντιληπτή, μορφώθηκαν σιγά-σιγά διάφορες παραδόσεις, που επεξηγούσαν και διασαφήνιζαν το περιεχόμενο της διάταξης αυτής. Αργότερα ο ίδιος φόβος προέκυψε μήπως τυχόν αυτή ή εκείνη η παράδοση δεν ήταν αρκετά σαφής. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη να δημιουργηθούν άλλες παραδόσεις για να ερμηνεύσουν τις πρώτες κ.ο.κ. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος όγκος προφορικών παραδόσεων παράλληλα προς το Μωσαϊκό νόμο. Οι ραβίνοι, για να δώσουν κύρος και αυθεντία στις παραδόσεις ίση με το γραπτό νόμο, διατύπωσαν τη θεωρία ότι κι αυτές δόθηκαν στο Μωυσή από το Θεό στο Σινά, χωρίς βέβαια καμία απολύτως ιστορική βάση. Το σύνολο των προφορικών αυτών νόμων, που είχαν συγκεντρωθεί μέχρι το 2ο μ. Χ. αιώνα, απετέλεσε τη Μισνά. Οι προφορικοί αυτοί νόμοι, μαζί με τα σχόλια των ραβίνων πάνω σ’ αυτούς τους νόμους, απετέλεσαν το Ταλμούδ. Κι αυτό με τη σειρά του αξίωσε κύρος και ισχύ νόμου.

Οι Γραμματείς, οι άνθρωποι δηλαδή που αποστολή τους ήταν η ερμηνεία και η διδασκαλία του νόμου του Θεού, υποστήριζαν ότι οι παραδόσεις αυτές ήταν ο φράχτης, που σκοπό είχε να προστατέψει και να διαφυλάξει την ακεραιότητα του νόμου. Ένας φράχτης όμως που σιγά-σιγά έπνιξε το νόμο. Με το πέρασμα του χρόνου πλήθαιναν οι παραδόσεις. Στην αρχή ήταν ερμηνευτικές, έπειτα έγιναν συμπληρωματικές και στο τέλος κατάντησαν καταστροφικές. Το ογκώδες αυτό σώμα των παραδόσεων, που σχηματίστηκε παράλληλα με το γραπτό νόμο του Θεού, έφτασε να βρίσκεται, σε πλείστα σημεία, σε ανοικτή αντίθεση με το νόμο. Στη συνείδηση του λαού αυτό, το δεύτερο σώμα, ήταν στο οποίο δόθηκε η θέση της τιμής. Έτσι σιγά-σιγά η δεύτερη αυτή «πηγή αποκάλυψης» αναγνωρίστηκε όχι απλά ως ισότιμη με την πρώτη, που και αυτό θα ήταν ασέβεια, αλλά ως υπερέχουσα. Οι ραβίνοι της εποχής του Χριστού, μιλώντας για τις δύο αυτές πηγές αποκάλυψης, έλεγαν ότι, αν ο γραπτός νόμος του Μωϋσή ήταν νερό, οι παραδόσεις των Πατέρων ήταν κρασί. Μ’ αυτό το χαρακτηριστικό συμβολισμό έδιναν την πρώτη θέση στις παραδόσεις. Δεν χρειάζεται παρά μόνο λίγες απ’ αυτές να δει κανένας και, από το περιεχόμενό τους, θα διαπιστώσει ότι το κρασί αυτό στάθηκε πολύ δυνατό για τη νηφαλιότητά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ολέθριας απομάκρυνσης των παραδόσεων από το πνεύμα του νόμου του Θεού είναι οι παραδόσεις που αναφέρονταν στην τήρηση του Σαββάτου. Σύμφωνα με μια απ’ αυτές τις παραδόσεις αν κάποιου το σπίτι έπιανε φωτιά την ημέρα του Σαββάτου, δεν του επιτρεπόταν να μεταφέρει τα ενδύματά του σε ασφαλές μέρος. Του επιτρεπόταν όμως να ντυθεί, να τρέξει σ’ ένα ασφαλές μέρος , να γδυθεί και να επιστρέψει για να ξαναντυθεί κ.ο.κ. Σύμφωνα με άλλη παράδοση δεν επιτρεπόταν σε κανένα την ημέρα του Σαββάτου να περπατήσει πέρα από ορισμένη απόσταση, την «οδό Σαββάτου» των Ευαγγελίων. Μπορούσε όμως κανένας να καταστρατηγήσει αυτή τη διάταξη, αν την προηγούμενη μέρα είχε προνοήσει να τοποθετήσει λίγη τροφή στο τέρμα ακριβώς της επιτρεπόμενης απόστασης. Οπότε, όταν έφτανε σ’ εκείνο το σημείο, καθόταν εκεί και τρώγοντας βρισκόταν εικονικά στο σπίτι του, από το οποίο, σαν αφετηρία, μπορούσε να ξεκινήσει και πάλι για την «οδό του Σαββάτου» κ.ο.κ. Πολύ λιγότερο εύθυμο χαρακτήρα είχε μια άλλη παράδοση που την καυτηρίασε πολύ αυστηρά ο Κύριός μας. Η εντολή του Κυρίου επέβαλε στο παιδί να τιμά τους γονείς του και να τους φροντίζει. Μπήκε όμως η ανθρώπινη παράδοση, ανώτερη από το νόμο του Θεού, και όρισε ότι μπορούσε να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή προς τους γέροντες γονείς του, αν εκείνο που τους αναλογούσε από την περιουσία του, το αφιέρωνε ως δώρο στο Ναό. Έλεγε στους γονείς του: «Κορβάν» δηλ. «Δώρο στο Θεό το πρόσφερα εκείνο που αναλογούσε να σας δώσω». Και επειδή ο σκοπός του ανθρώπου αυτού δεν ήταν βέβαια να προσφέρει δώρα στο Θεό αλλά, καταστρατηγώντας το νόμο, ν’ απαλλαγεί από το βάρος των γονιών του, άλλη διάταξη της παράδοσης αυτής επέτρεπε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ανάληψη των χρημάτων που είχαν προσφερθεί στο Ναό. Επομένως, δεν είναι καθόλου παράξενο γιατί ο Κύριος καυτηρίασε με πολύ βαριές φράσεις αυτό το σύστημα των ανθρώπινων παραδόσεων που εκτόπισαν και εξουθένωσαν το νόμο του Θεού: «ακυρώσατε με την παράδοσή σας την εντολή του Θεού. Υποκριτές, καλά είπε για σας προφητικά ο Ησαΐας τούτα τα λόγια, "Αυτός ο λαός με προσεγγίζει με τα λόγια, και με τα χείλη με τιμά, η καρδιά τους όμως βρίσκεται πολύ μακριά μου. Δεν ωφελεί που με λατρεύουν, αφού διδάσκουν εντολές που επινόησαν οι άνθρωποι"» Ματθ. 15:6-9.

Αυτή ακριβώς την επίδραση είχε πάντοτε η προφορική παράδοση στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό. Καλά, ως επί το πλείστον, τα ελατήρια αλλά τα αποτελέσματα ήταν πάντοτε ολέθρια. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Η Ιερή Παράδοση εκτοπίζει την Αγία Γραφή από τη θέση της ως τη μοναδική πηγή αποκάλυψης. Εξάλλου η παράδοση, όπως τη χαρακτηρίζει και ο όρος, είναι ρευστή, ασαφής και αόριστη. Αυτοί είναι οι λόγοι, για τους οποίους η Ευαγγελική Εκκλησία στο σύνολό της σταθερά και επίμονα αρνήθηκε να δεχτεί την προφορική παράδοση ως πηγή αποκάλυψης. Πρώτα, γιατί η παράδοση εισάγει στον κύκλο της θείας αποκάλυψης ένα στοιχείο ρευστό και ασταθές, έτσι που να καταντά αδύνατο να καθοριστεί, κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, ποιο είναι το περιεχόμενό της σε ορισμένα σημεία. Και δεύτερο, γιατί η πείρα έχει διδάξει ότι η παράδοση ποτέ δεν αρκείται σε μια θέση ισοτιμίας-ακόμη κι αν αυτό θα ήταν επιτρεπτό να της δοθεί μια τέτοια θέση-αλλά διεκδικεί και τελικά καταλαμβάνει θέση υπεροχής και βάζει το γραπτό λόγο του Θεού σε δεύτερη μοίρα. Στη θέση αυτή που παίρνει η Ευαγγελική Εκκλησία στο ζήτημα της παράδοσης, έχει σύμφωνους μαζί της και πολλούς από τους αρχαίους Πατέρες και Δασκάλους της Εκκλησίας. Αυτοί συνεχώς τονίζουν την αυτάρκεια των Γραφών και την ανάγκη τα ενδεχομένως σκοτεινά σημεία των Γραφών να διασαφηνίζονται με αναδρομή, όχι στην προφορική παράδοση, αλλά στα σαφή τμήματα της ίδιας της Βίβλου. Η Γραφή ερμηνεύεται από τη Γραφή. Δεχόμαστε την παράδοση μόνο όταν συμφωνεί με την Αγία Γραφή. Πατέρες που συμφωνούν μ’ αυτή την άποψη είναι ο μάρτυρας επίσκοπος Καρχηδόνας Κυπριανού [3ος αιώνας], ο Χρυσόστομος, ο Μ. Αθανάσιος, ο ιερός Αυγουστίνος, ο Μ. Βασίλειος και από τους μεταγενέστερους δασκάλους της Εκκλησίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις [U1638].

Εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα ψάχνουν για κάποια αξιόπιστη πηγή πληροφοριών. Αναζητούν κάπου να στηριχτούν. Ο λόγος του Θεού είναι το μόνο ασφαλές στήριγμα. Η μόνη εξουσία που έχουμε στη διάθεσή μας. Ο λόγος του Θεού ρίχνει το φως του στην ανθρώπινη φύση, στα προβλήματα του κόσμου και στα ανθρώπινα δεινοπαθήματα. Αλλά πάνω από όλα αποκαλύπτει καθαρά το δρόμο προς το Θεό. Το κεντρικό μήνυμα της Βίβλου είναι ο Ιησούς Χριστός. Εκείνος έκανε τη μεγαλειώδη διακήρυξη: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» Ιωάν. 14:6. Η Αγία Γραφή είναι η ιστορία της σωτηρίας. Είναι η ιστορία της λύτρωσης για τον καθένα από εμάς δια του Ιησού Χριστού. Είναι η ιστορία της ζωής, της ειρήνης και της αιωνιότητας. Η πίστη μας δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη γνώση, ούτε στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα αλλά στον αλάνθαστο λόγο του Θεού. Πέρα και πάνω από την Αγία Γραφή υπάρχει ο Θεός της Βίβλου. Ο λόγος του Θεού δεν υπόκειται σε αλλαγές ή προσθήκες. Είναι αναλλοίωτος όπως αναλλοίωτος είναι ο ίδιος ο Θεός. Βρισκόμαστε σε λάθος δρόμο όταν προσπαθούμε να ανακαλύψουμε καινούρια μηνύματα, καινούριες αποκαλύψεις ή θεωρίες που δεν μας τις δίνει ο γραπτός λόγος του Θεού. Αναγνωρίζουμε βέβαια ότι ο Θεός σταθερά μας δίνει περισσότερο φως στο να κατανοήσουμε καλύτερα το λόγο Του. Μας στέλνει το φως Του και την αλήθειά Του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μεταβάλλεται ο λόγος Του. Απλά αυξάνουμε στη γνώση και στην επίγνωση του λόγου του Θεού. Οι ανάγκες των ανθρώπων παραμένουν ίδιες σ’ όλες τις εποχές. Αλλάζουν μορφή. Εκδηλώνονται με διαφορετικούς τρόπους. Όμως η βασική ανάγκη του ανθρώπου είναι σταθερή. Οι άνθρωποι χρειάζονται τη χάρη του Θεού. Χρειάζονται τη συγχώρηση και την απελευθέρωση από την αμαρτία. Χρειάζονται τη λύτρωση και την απαλλαγή από τα δεσμά της αμαρτίας. Αλλά και η Εκκλησία του Χριστού έχει ανάλογη ανάγκη. Συχνά επηρεαζόμαστε από τον κόσμο και γινόμαστε δέσμιοι του κοσμικού πνεύματος. Χρειάζεται να πειραματιστούμε ξανά τη συγχώρηση και την απελευθέρωση. Είναι ανάγκη ουσιαστική να γνωρίσουμε βαθύτερα τη χάρη του Θεού και να προχωρήσουμε σε καθαρότητα ζωής και σε αγιασμό. Ο λόγος του Θεού δεν αγνοεί αυτή τη βασική ανάγκη μας. Μέσα στο λόγο του Θεού βλέπουμε τα θαυμαστά που έχει κάνει ο Θεός στο παρελθόν. Όμως, ο Θεός θέλει να ζούμε στο παρόν και η πίστη μας να στηρίζεται στο ζωντανό λόγο Του.

Η Βίβλος έχει μεγάλη παράδοση και μια θαυμάσια κληρονομιά που ξεπερνάει κάθε άλλο βιβλίο. Αποτελείται από 66 βιβλία, γραμμένα σε μια περίοδο 1600 ετών, από 40 διαφορετικούς ανθρώπους. Οι συγγραφείς της ήταν βασιλιάδες, πρίγκιπες, ποιητές, φιλόσοφοι, προφήτες και πολιτικοί. Ορισμένοι ήταν πολύ μορφωμένοι ενώ άλλοι ήταν απλοί ψαράδες. Και όμως το μήνυμά της, καθώς είναι εμπνευσμένο από το Άγιο Πνεύμα, είναι ξεκάθαρο από την αρχή ως το τέλος. Έτσι που τα 66 βιβλία αποτελούν ουσιαστικά ένα. Μέσα στην Αγία Γραφή υπάρχουν οι απαντήσεις στα υπαρξιακά προβλήματα και ερωτήματα: Από πού ήρθα; Γιατί υπάρχω; Πού πηγαίνω; Ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής μου; Η μεγαλύτερη ανάγκη της Εκκλησίας σήμερα είναι να γυρίσει πίσω στις Άγιες Γραφές, τη μόνη εξουσία, και να τις μελετήσει με προσοχή και προσευχή κάτω από την οδηγία του Αγίου Πνεύματος. Όταν μελετούμε τη Βίβλο γεμίζει η καρδιά μας με τα λόγια του Θεού και ο Θεός μας μιλάει. Από εμάς εξαρτάται αν θα ακούσουμε και υπακούσουμε στη φωνή του Θεού.

Η Παλαιά Διαθήκη είναι το πρώτο μέρος της Βίβλου και απετέλεσε την πρώτη Αγία Γραφή της αρχαίας Χριστιανικής Εκκλησίας. Αναγνωρίζεται και από τον Ιουδαϊσμό ως ιερή Βίβλος. Περιλαμβάνει 39 βιβλία τα οποία γράφτηκαν στα Εβραϊκά, εκτός από ορισμένα τμήματα των βιβλίων Δανιήλ και Έσδρα που είναι γραμμένα στα Αραμαϊκά, τη γλώσσα που, μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα, έγινε καθομιλουμένη στο χώρο της Παλαιστίνης. Τα βιβλία της Π. Διαθήκης είναι η Πεντάτευχος [5 βιβλία], που αποτελούν το Νόμο, 12 ιστορικά, 5 ποιητικά και 17 προφητικά [5 μεγάλοι προφήτες και 12 μικροί]. Τα Εβραϊκά χειρόγραφα της Π. Διαθήκης χρονολογούνται από τον 3ο αιώνα π.Χ. μέχρι το 12ο αιώνα μ.Χ. Οι ρόλοι του Κουμράν της Νεκράς θάλασσας, που βρέθηκαν το 1952, είναι χειρόγραφα γύρω στο 100 μ.Χ. Η Π. Διαθήκη αρχίζει με το Θεό «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γήν» Γέν. 1: 1. Η Κ. Διαθήκη αρχίζει με το Χριστό «Βίβλος της γενεαλογίας του Ιησού, υιού του Δαβίδ, υιού του Αβραάμ» Ματθ.1:1. Από τον Αδάμ ως τον Αβραάμ έχουμε την ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Από τον Αβραάμ ως το Χριστό έχουμε την ιστορία του εκλεκτού λαού του Θεού. Από το Χριστό και μετέπειτα έχουμε την ιστορία της Εκκλησίας.

Ο όρος «διαθήκη» στη βιβλική γλώσσα αποτελεί απόδοση στα Ελληνικά μιας Εβραϊκής λέξης που σημαίνει «συνθήκη, συμμαχία, σύμβαση ή συμφωνία». Εκτός όμως από το νόημα που μπορεί να έχει για τις ανθρώπινες σχέσεις, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στη Βίβλο ειδικότερα για να δηλώσει την ιδιότυπου χαρακτήρα συμφωνία που διέπει τις σχέσεις του Θεού με άτομα, ή το λαό Ισραήλ και στοχεύει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Έτσι, η συλλογή των βιβλίων που περιέχουν τις γενικές αρχές και τους όρους της «διαθήκης» αυτής ή αναφέρονται στις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν, ονομάστηκε από την Εκκλησία «Παλαιά Διαθήκη», σε αντιδιαστολή προς την χρονικά μεταγενέστερη «Καινή Διαθήκη». Η Κ. Διαθήκη είναι η συλλογή των βιβλίων που αναφέρονται στην εκπλήρωση των επαγγελιών της Παλαιάς και τη σύναψη της Νέας Διαθήκης δια του Ιησού Χριστού. Η Νέα Διαθήκη θα διέπει στο εξής τις σχέσεις του Θεού με το νέο λαό Του, την Εκκλησία του Χριστού.

Η συγκρότηση της συλλογής των βιβλίων της Αγίας Γραφής, που ονομάζεται «κανόνας», ακολούθησε μια μακροχρόνια και πολύπλοκη πορεία. Ιδιαίτερα για τα βιβλία της Π. Διαθήκης δεν είναι σε όλες τις φάσεις της με βεβαιότητα γνωστή. Η αρχαία ελληνική λέξη «κανών» δηλώνει κάθε ευθεία ράβδο που χρησιμεύει για ευθυγράμμιση, ο χάρακας, και μεταφορικά καθετί που χρησιμεύει ως μέτρο, πρότυπο, κριτήριο ή μια γενική αρχή. Στην Κ. Διαθήκη διαβάζουμε «Αλλ’ ημείς δεν θέλομεν καυχηθή εις τα άμετρα. Αλλά κατά το μέτρον του κανόνος το οποίον εμοίρασεν εις ημάς ο Θεός, μέτρον, ώστε να φθάσωμεν έως και εις εσάς» Β’ Κορ. 10:13. Αλλά και στην εκκλησιαστική γραμματεία του 3ου μ.Χ. αιώνα, ο όρος «κανών» δηλώνει την επίσημη παράδοση, διδασκαλία κλπ, η οποία ρυθμίζει την πίστη και τη ζωή των πιστών. Από τον 4ο μ.Χ. αιώνα ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται και για τη δήλωση της Αγίας Γραφής, ως το μέτρο και το κριτήριο της Χριστιανικής πίστης και ζωής. Αργότερα η λέξη «κανών» πήρε τη σημασία της συλλογής, του καταλόγου των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Οι απαρχές της συγκρότησης του κανόνα της Π. Διαθήκης θα πρέπει να τοποθετηθούν στον 5ο π.Χ. αιώνα-εποχή Έσδρα. Την εποχή εκείνη διαμορφώθηκε η συλλογή των βιβλίων του Νόμου [Πεντάτευχος]. Παράλληλα με το Νόμο άρχισαν να αποκτούν κανονική ισχύ και οι συλλογές των προφητών ή έργων που αναφέρονταν στη δράση τους, καθώς και ποιητικές συλλογές. Ήδη κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα είχε συγκροτηθεί μια συλλογή των ιερών κειμένων του Ιουδαϊσμού, η οποία περιλάμβανε τρεις ομάδες βιβλίων: Νόμος, Προφήτες και Πάτρια ή Λοιπά Βιβλία. Την ύπαρξη μιας τέτοιας συλλογής με τριμερή διαίρεση υπαινίσσεται και η Κ. Διαθήκη. Λίγο πριν από την ανάληψή Του ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του: «Ούτοι είναι οι λόγοι τους οποίους ελάλησα προς υμάς, ότε ήμην μεθ’ υμών, ότι πρέπει να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω του Μωυσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού» Λουκ. 24:44. Ο κατάλογος των βιβλίων της Ιουδαϊκής Βίβλου πήρε την οριστική του μορφή το 90 μ.Χ., κατά την Ραβινική Σύνοδο της Ιάμνειας της Παλαιστίνης. Τα 39 βιβλία της Π. Διαθήκης κατανέμονται σε τρεις ομάδες: Νόμος, Προφήτες και Αγιόγραφα. Στο Νόμο περιέχονται τα 5 πρώτα βιβλία της Αγίας Γραφής [Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικό, Αριθμοί και Δευτερονόμιον]. Η ομάδα Προφήτες περιλαμβάνει δυο υποομάδες βιβλίων: Προγενέστεροι και Μεταγενέστεροι Προφήτες. Στην πρώτη υποομάδα κατατάσσονται 6 βιβλία [Ιησούς του Ναυή, Κριτές, Α’, Β’ Σαμουήλ και Α’, Β’ Βασιλέων], ενώ στη δεύτερη 15 βιβλία [Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ και τα 12 βιβλία των λεγόμενων «μικρών» προφητών, Ωσηέ, Ιωήλ, Αμώς ,Αβδιού, Ιωνάς, Μιχαίας, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος, Ζαχαρίας και Μαλαχίας]. Τέλος η ομάδα Αγιόγραφα περιλαμβάνει τα βιβλία: Ρουθ, Α’, Β’ Χρονικών, Έσδρας, Νεεμίας, Εσθήρ, Ιώβ, Ψαλμοί, Παροιμίες, Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων, Θρήνοι, και Δανιήλ.

Μετά την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, εποχή κατά την οποία ουσιαστικά είχε κλείσει η Ιστορία της Π. Διαθήκης, λίγοι Ιουδαίοι, κυρίως από την φυλή του Ιούδα, επέστρεψαν στην Παλαιστίνη κάτω από τη διοίκηση του Ζοροβάβελ και του αρχιερέα Ιησού και περίπου 80 χρόνια αργότερα με τον Έσδρα και το Νεεμία. Ανοικοδόμησαν το Ναό και ξανάρχισαν τις τελετουργίες. Τα τρία τελευταία ιστορικά βιβλία της Π. Διαθήκης-Έσδρας, Νεεμίας και Εσθήρ-μας δίνουν την ιστορία εκείνης της περιόδου. Καλύπτουν μια περίοδο εκατό ετών από την έκδοση της διαταγής του Πέρση βασιλιά Κύρου που επέτρεπε στους Ιουδαίους να επιστρέψουν στη χώρα τους [Κύρος 536-432 π.Χ.]. Από το Νεεμία μέχρι τους χρόνους της Κ. Διαθήκης πέρασαν 400 χρόνια. Όλη αυτή την περίοδο δεν υπήρχε όραση ή προφητεία. Ήταν στην πραγματικότητα περίοδος σιωπής από μέρους του Θεού. Καθώς φτάνουμε στο χρόνο της γέννησης του Ιησού, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε κάποια πράγματα που συνέβησαν αυτούς τους τέσσερις αιώνες, από το Νεεμία και το Μαλαχία μέχρι το Χριστό.

Ο Μέγας Αλέξανδρος πριν από το θάνατό του, επειδή δεν είχε διάδοχο-κληρονόμο για το θρόνο του, διαίρεσε την Αυτοκρατορία του στους τέσσερις στρατηγούς του. Η Αίγυπτος, και αργότερα η Παλαιστίνη, ήταν κάτω από την κυριαρχία του Πτολεμαίου. Εκείνο τον καιρό μεγάλος αριθμός Ιουδαίων εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, καθώς και σε άλλα πολιτιστικά κέντρα, και μετέδιδαν τη γνώση του αληθινού Θεού και την προσδοκία του Μεσσία. Οι Ιουδαίοι αυτοί της διασποράς δεν γνώριζαν τα Εβραϊκά. Μιλούσαν Ελληνικά. Ήταν τότε, γύρω στο 285 π.Χ., όταν η Π. Διαθήκη μεταφράστηκε στα Ελληνικά στην Αλεξάνδρεια, για να καλύψει αυτή την ανάγκη. Αυτή η έκδοση φέρει την ονομασία «Μετάφραση των Εβδομήκοντα» γιατί εβδομήντα εξέχοντες Εβραίοι διανοούμενοι έκαναν αυτό το μεγάλο έργο. Η συλλογή αυτή περιλάμβανε περισσότερα βιβλία από τα 39 του κανόνα που αποτελούσαν την Ιουδαϊκή Βίβλο. Μάλιστα ορισμένα από αυτά ή μέρη από αυτά δεν ήταν μεταφράσεις από τα εβραϊκά, αλλά γραμμένα πρωτότυπα στα ελληνικά. Η ευρεία διάδοση της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα στον ελληνόφωνο Ιουδαϊσμό της διασποράς, διευκόλυνε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη Χριστιανική ιεραποστολή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υιοθετηθεί η μετάφραση αυτή από την Εκκλησία ως η Ιερή Βίβλος της, χωρίς ωστόσο να οριοθετηθεί από την αρχή ο αριθμός των βιβλίων που αυτή περιέχει.

Η συγκρότηση ενός Χριστιανικού κανόνα της Π. Διαθήκης προέκυψε από την ανάγκη να καθοριστούν τα βιβλία εκείνα που εκφράζουν αυθεντικά την πίστη της Εκκλησίας, ώστε να αποκλειστούν μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα έργα, που περιείχαν μη αποδεκτές ή και αιρετικές διδασκαλίες. Παρ’ όλα αυτά οι διάφορες τοπικές Εκκλησίες ακολούθησαν διαφορετικές πρακτικές στην αναγνώριση των βιβλίων της Π. Διαθήκης, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ένας ενιαίος κανόνας ολόκληρης της Χριστιανικής Εκκλησίας. Το μεγάλο σχίσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και αργότερα η Μεταρρύθμιση συνέβαλαν στο να παγιωθούν οι διαφορετικές παραδόσεις στο θέμα του κανόνα, με αποτέλεσμα οι τρεις μεγάλες Ομολογίες να δέχονται σήμερα διαφορετικό αριθμό βιβλίων της Π. Διαθήκης. Έτσι, η παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δέχεται ως «κανονικά» [=βιβλία που ανήκουν στον κανόνα], εκτός από τα 39 βιβλία της Ιουδαϊκής Βίβλου, 10 επιπλέον [Α’ Έσδρας, Τωβίτ, Ιουδίθ, Α’, Β’, Γ Μακκαβαίων, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου], ανεβάζοντας τον αριθμό των βιβλίων σε 49. Εκτός από τα επιπλέον βιβλία, εκτενείς προσθήκες στα ελληνικά υπάρχουν και στα βιβλία Εσθήρ και Δανιήλ. Όσα βιβλία δεν περιλαμβάνονται στον κανόνα [π.χ. Δ’ Μακκαβαίων κ.α.] ονομάζονται απόκρυφα. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ακολούθησε ανάλογη πρακτική δεχόμενη τελικά 46 βιβλία, τα οποία διακρίνει σε «πρωτοκανονικά» και «δευτεροκανονικά». Στα πρωτοκανονικά έργα συγκαταλέγονται τα 39 βιβλία της Ιουδαϊκής Βίβλου, ενώ στα δευτεροκανονικά τα βιβλία Τωβίτ, Ιουδίθ, Α’ και Β’ Μακκαβαίων, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου, καθώς και οι Ελληνικές προσθήκες στα βιβλία Εσθήρ και Δανιήλ. Τα βιβλία που δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτό τον κανόνα [Α Έσδρας και Γ’ Μακκαβαίων] ονομάζονται επίσης «απόκρυφα». Τέλος, οι Εκκλησίες που προέκυψαν από την Μεταρρύθμιση δέχτηκαν τον κανόνα της Ιουδαϊκής Βίβλου με τα 39 βιβλία. Τα επιπλέον βιβλία που υπάρχουν στον κανόνα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ονομάστηκαν «απόκρυφα», ενώ όσα δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ εκείνον «ψευδεπίγραφα» [π.χ. το Β’ Μακκαβαίων είναι «κανονικό» για τους Ορθοδόξους, «δευτεροκανονικό» για τους Καθολικούς και «απόκρυφο» για τους Διαμαρτυρόμενους, ενώ το Γ’ Μακκαβαίων είναι «κανονικό» για τους Ορθοδόξους, «απόκρυφο» για τους Καθολικούς και «ψευδεπίγραφο» για τους Διαμαρτυρόμενους. Κοινό στοιχείο στους κανόνες όλων των Χριστιανικών Ομολογιών αποτελεί το σύστημα κατάταξης των βιβλικών έργων, που διαφέρει από εκείνο της Ιουδαϊκής Βίβλου. Έτσι, τα βιβλία κατατάσσονται ανάλογα με το χαρακτήρα τους σε τρεις ομάδες, «Ιστορικά», «Ποιητικά-Διδακτικά» και «Προφητικά», αλλά η σειρά των βιβλίων ποικίλει στις διάφορες εκδόσεις της Βίβλου.

Για να επανέλθουμε για λίγο στην περίοδο της σιωπής, που αναφέραμε προηγουμένως, αξίζει να δούμε μερικά ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής. Στις συγκρούσεις μεταξύ της Συρίας και της Αιγύπτου, ο Αντίοχος ο Επιφανής κατέλαβε την Παλαιστίνη και άρχισε απηνή διωγμό εναντίον των Ιουδαίων. Απαγόρευσε στους Ιουδαίους τη λατρεία στο Ναό και τους υποχρέωνε να τρώνε χοιρινό κρέας, που ήταν απαγορευμένο από το Μωσαϊκό Νόμο. Πολλοί Ιουδαίοι αρνήθηκαν να υπακούσουν και τότε άρχισε η περίοδος του μαρτυρίου. Τα αντιιουδαϊκά μέτρα του Αντίοχου του Επιφανούς [175-164 π.Χ.] προκάλεσαν την επανάσταση των Ιουδαίων, τη γνωστή ως επανάσταση των Μακκαβαίων υπό την ηγεσία του ιερέα Ματταθία. Ο πατριωτισμός και ο θρησκευτικός ζήλος του Ματταθία ξεσήκωσε τους πατριώτες Ιουδαίους και η επανάσταση εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα. Όταν σκοτώθηκε ο Ματταθίας, την ηγεσία ανέλαβε ο γιος του Ιούδας ο Μακκαβαίος [166-161 π.Χ. ]. Ο Ιούδας διεξήγαγε νικηφόρους αγώνες και αποκατέστησε τη λατρεία στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Ο Αντίοχος ηττήθηκε σε τρεις διαδοχικές συγκρούσεις. Η προσπάθεια του Ιούδα του Μακκαβαίου φαινόταν χωρίς ελπίδα γιατί οι οπαδοί του ήταν χωρίς εκπαίδευση και χωρίς εξοπλισμό, αντιμέτωποι με τον οργανωμένο στρατό του πανίσχυρου βασιλιά. Όμως, αυτή η ομάδα των φτωχών αλλά πιστών Ιουδαίων, εμπνευσμένων από την πίστη στο Θεό, βγήκε νικηφόρα. Ο πόλεμος όμως συνεχίζεται και τελικά ο Ιούδας σκοτώνεται στη μάχη. Τον διαδέχεται ο αδελφός του ο Ιωνάθαν [161-143 π. Χ.], ο οποίος εκμεταλλεύεται τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις των Σελευκιδών για να διευρύνει την κυριαρχία του. Αναλαμβάνει το αξίωμα του Αρχιερέα, αλλά τελικά συλλαμβάνεται από τους εχθρούς του και φονεύεται. Ανάλογη πολιτική, με μεγαλύτερη επιτυχία, ακολουθεί και ο αδελφός του και διάδοχός του ο Σίμων [142-135 π.Χ. ] ο οποίος αναγορεύεται μέγας Αρχιερέας, στρατηγός και ηγούμενος των Ιουδαίων, αλλά τελικά πέφτει και αυτός θύμα πολιτικής δολοφονίας.

Το 63 π.Χ. η Ρώμη καταλαμβάνει την Παλαιστίνη, ετοιμάζοντας το δρόμο και το χρόνο για τη γέννηση του Ιησού. Οι Ιουδαίοι έχουν κάποια πολιτική ελευθερία, αλλά υποχρεώνονται να πληρώνουν ετήσιο φόρο στη Ρωμαϊκή Κυβέρνηση.

 

Χαρίλαος Καβάκας
Αθήνα, Ιούνιος 2004

 

Συνέχεια ανά κατηγορία
 

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΕΙΔΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

 

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ