ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ… “Χριστιανών”

του Γιώργου Οικονομίδη
 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΑΣ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ

Φίλοι επισκέπτες, προτού περιηγηθείτε στο παρακάτω άρθρο μας, θέλουμε να σας ενημερώσουμε, ότι, διεξήχθη μιά αντιπαράθεση με την Ορθόδοξη Ιστοσελίδα Ο.Ο.Δ.Ε. όπου και ανάρτησε άρθρο της ώς απάντηση στο παρόν μας άρθρο. Στην απάντηση της αυτή προέβημεν σε συγγραφή νέου άρθρου που είναι ένα πραγματικό πόνημα, με εντατική έρευνα πλέον του ενός μηνός που αφορά την εικονο-ειδωλολατρεία και τις Εκκλησιαστικές Συνόδους. Το άρθρο μας έχει τον τίτλο ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ” ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟ-ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ. Ενημερώσαμε την Ο.Ο.Δ.Ε ζητώντας τους να βάλουν -ώς όφειλαν- δεσμό του άρθρου μας στο δικό τους άρθρο, αλλά δυστυχώς έδειξαν αδυναμία να πράξουν κάτι τέτοιο ή έδειξαν δειλία αν προτιμάτε, διότι τότε οι αναγνώστες τους θα διάβαζαν και την δική μας τοποθέτηση, κάτι που σίγουρα δέν συνέφερε τους συντελεστές της ΟΟΔΕ. Μετά από συνεννόηση μας με τον αρθρογράφο τους (που δέν ανήκει στην ομάδα της ΟΟΔΕ) συμπληρώσαμε στο παρόν μας άρθρο κάποια στοιχεία που μας απέστειλε διότι θεώρησε ότι έλειπαν, όπως θα διαβάσετε και παρακάτω στην προσθήκη μας. Όπως αρμόζει φυσικά, έκανε και ο αρθρογράφος τους με την σειρά του κάποια προσθήκη στο άρθρο του στην ΟΟΔΕ ενημερώνοντας το αναγνωστικό τους κοινό ότι έληξε πλέον η αντιπαράθεση μας για το θέμα των Πατέρων και τις εικόνες που φιλοξενούμε στο παρακάτω άρθρο μας με τίτλο ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ… “χριστιανών”. Με λύπη όμως διαπιστώνουμε, ότι, και πάλι η ΟΟΔΕ απέφυγε να βάλει σύνδεσμο του άρθρου μας “ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ” ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟ-ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ ενώ κάνει αναφορά στον εν λόγω τίτλο μας στην προσθήκη που έβαλαν, και πέραν τούτου αλλοίωσαν και τον τίτλο μας γράφοντας ““ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ” ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ (και όχι της ειδωλο-εικονολατρείας) ούτως ώστε ο αναγνώστης και σε μηχανή αναζήτησης να βάλει αυτόν τον τίτλο, να μή μπορεί εύκολα να βρει το άρθρο μας. Καταγγέλλουμε λοιπόν αυτήν την αήθη τακτική των συντελεστών της ΟΟΔΕ, και τους χρεώνουμε αδυναμία διαλόγου, αντιχριστιανική συμπεριφορά καθώς και βάναυση καταπάτηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Παρακαλούμε, μετά την ανάγνωση του παρακάτω άρθρου μας, να επισκεφθείτε και “ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ” ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟ-ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ (που η ΟΟΔΕ αποφεύγει να σας ενημερώσει) κάνοντας κλίκ στον εν λόγω τίτλο. Καλή ανάγνωση.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μετά από την παραπάνω ενημέρωση μας στον αναγνώστη, η ΟΟΔΕ «υπάκουσε» και έβαλε τελικά σύνδεσμο στο άρθρο μας “ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ” ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟ-ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ. Αυτό που παρατηρούμε όμως, είναι ότι έγραψε και ένα «απολογητικό» κείμενο για την ένσταση μας. Στο κείμενο τους αυτό –που μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο τους, διότι εμείς βάλαμε εξ’ αρχής σύνδεσμο στο άρθρο τους (βλέπε παραπάνω)- παρατηρούμε ότι εξακολουθούν να στάζουν το δηλητήριο που καλά κρύβουν στην γλώσσα τους, και με στολίζουν με λυσσαλέα μανία και φθόνο. Γράφουν μεταξύ άλλων: «Σχετικά με το ζητιανηλίκι του κου Οικονομίδη, να βάλουμε δεσμό προς το ανόητο και αντιεπιστημονικό άρθρο του, μήπως και κερδίσει κανέναν αναγνώστη στην περιθωριακή του ιστοσελίδα, δεν θα ασχοληθούμε περισσότερο, αλλά θα του ρίξουμε το ψίχουλο που τόσο πεινασμένα ζητάει, βάζοντας δεσμό και σ’ αυτό, για να μην κλαίει. Άλλωστε μόνο ημιμαθείς και κακοπροαίρετοι θα μπορούσαν να εμπιστεύονται την ενημέρωσή τους σε τέτοιους ανθρώπους και σελίδες. Ας τους χαίρεται τέτοιου είδους αναγνώστες τού επιπέδου του! Το πόσο «ανόητο και αντιεπιστημονικό» είναι το άρθρο μου, αυτό θα το κρίνουν οι αναγνώστες μου και όχι η ΟΟΔΕ, που πρέπει να σημειώσω εδώ, ότι αυτούς τους αναγνώστες, οι «φωστήρες» της ΟΟΔΕ τους αποκαλούν «ημιμαθείς και κακοπροαίρετους»!. Επίσης γράφουν για μένα: «Έχει κάνει επίσης τη συκοφαντία και τα ψεύδη κατά τής ΟΟΔΕ εθισμό, και δεν αντέχει να μην συκοφαντήσει, ακόμα και χωρίς καμία αιτία!» Η συκοφαντία όμως και τα ψεύδη είναι κύριο χαρακτηριστικό της ΟΟΔΕ, γι’ αυτό εξ’ άλλου είναι και υπόδικη και τον λόγο τον έχει πλέον ο εισαγγελέας μετά την μήνυση που κατατέθηκε εις βάρος της από τον εκδοτικό οίκο «ΟΡΟΣ». Ο Γιώργος Οικονομίδης δέν έχει εις βάρος του καμιά μήνυση, διότι απλά την αλήθεια δέν μπορούν να την μηνύσουν. Άσχετο αυτό με το θέμα μας, όμως απαραίτητο για να δείξουμε ποιός είναι τελικά ο ψεύτης και ο συκοφάντης… κύριοι της ΟΟΔΕ. Γράφουν επίσης οι της ΟΟΔΕ «φωστήρες» ότι: «Στο άρθρο μας αυτό, (σημ.Σπορέα: σε παλαιότερο άρθρο τους περί εικόνων) κάναμε σαφή πρόσκληση προς κάθε Προτεστάντη, να μας υποδείξει έστω και ένα αγιογραφικό χωρίο, που να αποκαλεί “είδωλο”, οποιαδήποτε εικόνα που δεν απεικονίζει τον αόρατο Θεό. Τέτοιο εδάφιο όμως, όλα αυτά τα χρόνια, ούτε ο κος Οικονομίδης, ούτε κανένας άλλος αιρετικός δεν βρήκε να μας δώσει! (Κι ούτε θα βρει, γιατί δεν υπάρχει στην Αγία Γραφή!

 

Αυτό που ζητούν οι εικονο-ειδωλολάτρες της ΟΟΔΕ, είναι να τους δείξουμε εδάφιο της Αγίας Γραφής που να γράφει αυτολεξεί ότι: «μή κάνεις εις εαυτόν είδωλο… την εικόνα του «τάδε αγίου» και μή την προσκυνήσεις», και εφόσον δέν αναγράφει η Βίβλος κάτι τέτοιο (αυτολεξεί), παραβλέπουν τα πλείστα άλλα εδάφια που είναι ενάντια στην ειδωλολατρεία. ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ.

Κόπτονται ότι δέν απεικονίζουν την μορφή του Θεού, και όμως άλλα μας λέει η αλήθεια και η ιστορία. Δηλαδή ότι και την μορφή του Θεού την απεικονίζουν και την προσκυνούν, και ζητούν να τους δείξουμε «ένα αγιογραφικό χωρίο, που να αποκαλεί “είδωλο”, οποιαδήποτε εικόνα που δεν απεικονίζει τον αόρατο Θεό.»!

Παρόλο που είχε ειδωλο-εικονολατρική τάση ο Ιωάννης Δαμασκηνός, έγραψε (γνήσια ή όχι λίγο μας ενδιαφέρει εφόσον η Βίβλος μας αρκεί) και το εξής για την εικονογράφηση του ίδιου του Θεού:

“Εί μεν του Θεού του αοράτου εικόνα εποιούμεν, όντως ημαρτάνομεν, αδύνατον γάρ το ασώματον και ασχημάτιστον και αόρατον και απερίγραπτον εικονείσθαι”. [Ιωάννης Μενσούρ Δαμασκηνός]

Και όμως, καί το ασώματον, καί το ασχημάτιστον, καί το αόρατον, καί το απερίγραπτον του Θεού οι ορθόδοξοι το απεικονίζουν και το λατρεύουν διατηρώντας το στις εκκλησίες τους, στον τρούλο αυτών ώς συνήθως, και παράλληλα διατηρούν και την -συνεχή- αμαρτία, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δαμασκηνού. [Βλέπε εικονογράφηση].

Και όμως, η ορθοδοξία επιμένει στην ειδωλο-εικονολατρεία και στην αμαρτία εικονογραφώντας το πρόσωπο του Θεού.

Θαυμάζουμε για το οξύμωρο σχήμα και την αντιφατικότητα των συντελεστών της ΟΟΔΕ, όπου μου επιτέθηκαν, όπως είπαμε, για το θέμα των εικόνων. Τί θα απαντήσουν οι κραυγάζοντες ειδωλο-εικονολάτρες, ότι δέν κάνουν εικόνα του Θεού, την οποία θεωρούν και οι ίδιοι ως είδωλο; Ας μας απαντήσουν επ’ αυτού και ας αφήσουν κατά μέρος τις λεπτεπίλεπτες αερολογίες περί της -δήθεν- νοθείας στα πατερικά κείμενα ενάντια στις εικόνες. Εξ’ άλλου, ο Αστέριος Αμασείας, που είναι παρακάτω και το επίκεντρο της αντιπαράθεσης μας περί εικόνων, γράφει γι’ αυτούς που ζωγράφιζαν εικόνες στα ρούχα τους (προσέξτε, ορθόδοξες εικόνες), γράφει λοιπόν: “«τήν μυρίοις ειδώλοις πεποικιλμένην εσθήτα» και κατά συνέπεια βλέπω να θεωρεί είδωλο την όλη ενέργεια της εικονογράφησης στα ρούχα επάνω, εκτός αν το ερμηνεύουν διαφορετικά οι εικονολάτρες.

Τελικά, κύριοι της ΟΟΔΕ, η αθλιότητα έχει και τα όρια της, και εσείς τα υπερβήκατε πρό πολλού.

**************************

Διαβάστε και το παράρτημα μας που προσθέσαμε (25 Αυγ. 2011) στο τέλος αυτού του άρθρου, με τίτλο:

ΤΙΜΗ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ή ΜΗΠΩΣ ΛΑΤΡΕΙΑ;

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ… “Χριστιανών”

Η Μαριάμ, Μητέρα του Κυρίου μας , (στο κόκκινο frame, άν… μπερδευτήκατε) που απεικονίζεται με τον Ιησού σαν βρέφος στην αγκαλιά της, απομίμηση των διαφόρων αρχαίων ειδωλολατρικών θεοτήτων.

Έως πότε οι καλόγεροι θα σπιλώνουν τον Χριστιανισμό;

ΕΑΝ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ; ΟΤΑΝ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΔΕΛΥΓΜΑ, ΠΟΙΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΣΙΩΠΗΣΕΙ;

Ιδού λίγα λόγια του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου που εκφώνησε στον ναό της Παναγίας Κοσμοσώτηρας:

“Δεν είναι δυνατόν να δούμε χριστιανικό ναό χωρίς την εικόνα της Δεσποίνης μας Θεοτόκου να μας υποδέχεται και να μας εισάγει στο Μυστήριον της σωτηρίας μας. Δεν είναι δυνατόν να προσευχηθούμε, δεν είναι δυνατόν να σκεφθούμε την Εκκλησία, χωρίς να αναφερθούμε σ’ Εκείνην που η χάρις του Θεού και η δική της τελεία συνεργεία στο θέλημά Του, την κατέστησε Παναγία Μητέρα του Θεού και Μητέρα της Εκκλησίας”.

 

Εδώ έχουν ισχύ τα λόγια του Θεού που λέει: “επειδή οι ποιμένες εμωράνθησαν” (Ιερεμίας: 10, 21).

Η μωρία του Αρχιεπισκόπου -σύμφωνα με τα λόγια του εδαφίου- είναι εμφανής. Περισσότερο δέ, εμφανής είναι και η μωρία των πιστευόντων εις αυτόν. Αυτούς όμως τους δικαιολογούμε -εν μέρει-, διότι δεν γνωρίζουν (ίσως), αυτόν όμως, ώς “κεφαλή”, και τους ομοίους του, πώς να τους δικαιολογήσουμε όταν επικαλούνται τους “θεόπνευστους” πατέρες της Εκκλησίας σαν πηγή της δογματικής Ορθόδοξης διδασκαλίας, και πράττουν εντελώς το αντίθετο;

 

Για την προσκύνηση των εικόνων – ειδώλων, διαβάστε παρακάτω μερικές γνώμες – αλλά και εντολές – κάποιων Πατέρων της Εκκλησίας, που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντλεί (sic) απ’ αυτούς την διδασκαλία της.

Μέγας Αθανάσιος (293-373), επίσκοπος Αλεξανδρείας, θεολόγος

Όχι λιγότερο αυστηρή γλώσσα χρησιμοποιεί και ο Αθανάσιος, όταν μιλάει για το ανεπίτρεπτο της λατρευτικής χρήσης των εικόνων. Πώς να μη λυπηθεί κανείς, ρωτάει, για κείνους που λατρεύουν τα κτίσματα και, ενώ οι ίδιοι είναι προικισμένοι με όραση και ακοή, προσεύχονται σε κάτι, που ούτε να δει μπορεί ούτε ν’ ακούσει:

«οι βλέποντες τοις μη βλέπουσι προσεύχονται και οι ακούοντες τοις μη ακούουσι». (Mansi 13:300)

Επιφάνιος (315-403), επίσκοπος Σαλαμίνας Κύπρου

«όταν στήσουν τις εικόνες, οι συνήθειες των εθνικών θα συμπληρώσουν τα υπόλοιπα»(«Πανάριον», 27:6, Migne, 41:376).

«Και να θυμάστε, αγαπητά μου τέκνα, να μη φέρνετε εικόνες στις εκκλησίες ή στα νεκροταφεία των αγίων ή σε ιδιωτικά σπίτια. Στις καρδιές σας να διατηρείτε την ανάμνηση του Θεού» (Mansi 13:292).

Αμφιλόχιος, επίσκοπος Ικονίου

Αυτός δίδαξε ότι «δεν χρειαζόμαστε τα σαρκικά πρόσωπα των αγίων να ζωγραφίζονται με χρώματα πάνω σε πίνακες, αλλά με την αρετή να μιμούμαστε την πολιτεία τους». (Mansi 13:301).

Θεόδοτος, επίσκοπος Αγκύρας

Ο Θεόδοτος ήταν αυστηρότερος από τον Αμφιλόχιο: «Εμείς δεν παραλάβαμε από τους πατέρες μας να μορφώνουμε τις ιδέες των αγίων από εικόνες με υλικά χρώματα, αλλά διδαχτήκαμε να εγκολπωνόμαστε τις αρετές τους σαν έμψυχες εικόνες, όπως αυτές εκτίθενται στις Γραφές. Ας μας πουν αυτοί, που αναστηλώνουν τις μορφές τους, ποια ωφέλεια έχουν απολαύσει. Αλλά είναι προφανές πόσο μάταια είναι αυτή η επίνοια και το διαβολικής μεθοδείας εύρημα» (Mansi 13:309-312)

Αστέριος (θ. 430;), επίσκοπος Αμασείας και Πόντου

Ο Αστέριος, εκφράζει την αγανάκτησή του για μερικούς, που είναι «της ματαιότητος ερασταί» και δεν σταμάτησαν στα συνηθισμένα όρια της «μωράς επινοίας», αλλά προχώρησαν και στα ρούχα τους ακόμα να υφαίνουν τις εικόνες και όταν φορούν «της μυρίοις ειδώλοις πεποικιλμένην έσθητα» παρουσιάζονται σ’ αυτούς, που τους συναντούν, «ως τοίχοι γεγραμμένοι». Και αν θέλουν, προσθέτει, να δεχθούν μια συμβουλή, που έχω να τους δώσω, να πάνε να πουλήσουν αυτά τα ρούχα, «επί δε της ψυχής σου βαστάζων νοητώς τον ασώματον Λόγον περιέφερε» («Ομιλία περί Πλούσιου και Λαζάρου», Migne, 40:165-168).

Σημ: τα παραπάνω κείμενα αποτελούν διασκευές από το βιβλίο του Γ.Α. Χατζηαντωνίου δ.Θ., «Εικονομάχοι Στο Βυζάντιο»

Τα παραπάνω πατερικά κείμενα είναι από το http://apostasia.online.googlepages.com

 

Η Αγία Γραφή επιβεβαιώνει τις παραπάνω Πατερικές απόψεις:

«Φυλάττετε λοιπόν καλώς τας ψυχάς σας, διότι δεν είδετε ουδέν ομοίωμα, εν τη ημέρα καθ’ ην ο Κύριος ελάλησε προς εσάς εν Χωρήβ εκ μέσου του πυρός· μήπως διαφθαρήτε, και κάμητε εις εαυτούς είδωλον, εικόνα τινός μορφής, ομοίωμα αρσενικού ή θηλυκού,» (Δευτερονόμιον 4:15-16)
 
«Τα είδωλα αυτών είναι αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων· Στόμα έχουσι και δεν λαλούσιν· οφθαλμούς έχουσι και δεν βλέπουσιν· ώτα έχουσι και δεν ακούουσι· μυκτήρας έχουσι και δεν οσφραίνονται· Χείρας έχουσι και δεν ψηλαφώσι· πόδας έχουσι και δεν περιπατούσιν· ουδέ ομιλούσι διά του λάρυγγος αυτών. Όμοιοι αυτών ας γείνωσιν οι ποιούντες αυτά, πας ο ελπίζων επ’ αυτά.» (Ψαλμοί 115:4-8)
 
«Γένος λοιπόν όντες του Θεού, δεν πρέπει να νομίζωμεν τον Θεόν ότι είναι όμοιος με χρυσόν ή άργυρον ή λίθον, κεχαραγμένα διά τέχνης και επινοίας ανθρώπου.» (Πράξεις 17:29)
 
«…λέγοντες ότι είναι σοφοί εμωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού εις ομοίωμα εικόνος φθαρτού ανθρώπου και πετεινών και τετραπόδων και ερπετών.» (Ρωμαίους 1:22)
 

Οι εικόνες αποτελούν ψεύτικη και ανθρώπινη παράδοση. Καμία σχέση δεν έχουν με το θέλημα του Θεού και τις παραδόσεις των Αποστόλων.

Όπως είπε στις 09/12/2002 σε συνέντευξή του την εφημερίδα «Τα Νέα», ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος:

«Όταν ο πιστός ταυτίζεται με μια εικόνα, αυτό είναι ειδωλολατρία. . . Δυστυχώς, ο χριστιανισμός έχει φορτωθεί πάρα πολύ με ειδωλολατρισμό. Πρέπει όσοι ευαγγελίζονται τον λόγο του Θεού να μπορούν να στενοχωρήσουν μερικούς χριστιανούς λέγοντάς τους την αλήθεια. Δυστυχώς, η ιστορία με τα κειμήλια είναι παλιά. Από τότε που η Εκκλησία έγινε θρησκεία και από τότε που η Αποκάλυψη έγινε χριστιανισμός»

Ο Κύριος να χαρίσει φωτισμένους ποιμένες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σαν τον κύριο Θεόκλητο, και να τους δώσει τη δύναμη να πετάξουν από την εκκλησία «παραδόσεις» που είναι βδελύγματα στα μάτια του Κυρίου. Αμήν.

*******

Η παρούσα προσθήκη στο άρθρο αυτό είναι απαραίτητη, για τον λόγο ότι:

Στο Blog «Αντιαιρετικός» το οποίον ασχολήθηκε με το άτομο μου, για τις παραπάνω αναφορές του Χατζηαντωνίου περί πατέρων ενάντια στην εικονολατρεία που αναδημοσίευσα, με κατηγορούσαν επαλειμμένα ότι είμαι διαστρεβλωτής της αλήθειας και με στόλιζαν με κοσμητικά επίθετα ούκ ολίγα για τα παραπάνω πατερικά κείμενα που θεωρούσαν ότι εγώ τα έγραψα. Δέν επείθοντο στις διαβεβαιώσεις μου ότι είναι αναδημοσιευμένα τα κείμενα αυτά από άλλη Ιστοσελίδα με αναφορά στον Χατζηαντωνίου (όπου και έχω -όπως βλέπετε- την παραπομπή).

Εν προκειμένω, η έμμονη εμμονή τους ήταν στα λόγια του Αστέριου Αμασείας, όπου και διαβάζετε παραπάνω, και με κατηγορούσαν ότι παρέθεσα μισά τα κείμενα του Αστέριου, και ότι ο Αστέριος ήταν υπέρ της λατρείας των εικόνων. Πηδούν μάλιστα από το επίμαχο σημείο του Αστέριου, που τα παραπάνω λόγια του είναι γραμμένα στο έργο του «Ομιλία περί Πλούσιου και Λαζάρου», και αναφέρονται στην επίπληξη του Αστέριου στους πλουσίους που έραβαν και ζωγράφιζαν εικόνες αγίων και του Χριστού στα ρούχα τους για να επιδεικνύονται, και ο Αστέριος τους προτρέπει να έχουν τον Χριστό νοητώς στην ψυχή τους και όχι ζωγραφισμένο στα ρούχα τους, πηδούν λοιπόν από την «Ομιλία περί Πλούσιου και Λαζάρου», σε άλλο έργο του Αστέριου με τίτλο «έκφρασις εις την αγίαν Ευφημίαν την μάρτυρα» όπου ο Αστέριος επαινεί εκεί τον ζωγράφο της μάρτυρος.

Ένας εκ των συμμετεχόντων στον διάλογο, ιερέας κατά πληροφορίες μου, και με ψευδώνυμο «Popay», όπου αργότερα το έκανε «Scrooge Mac Duck», εφόσον μου έγραφε «αποδείξεις» για το αντίθετο, μου λέει στο τέλος ότι: «εγώ μιλάω για τον λόγο «ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ, Εις Ευφημίαν την μάρτυρα, εν MANSI 13, 16A-17D, τον οποίο προσκόμισε στη Σύνοδο και κατεγράφη στα Πρακτικά της ο μοναχός της μονής Χηνολάκκου, Θωμάς.Το κείμενο βρίσκεται στο PG 40,336-337 κι όχι στο PG 40,165-168 που μου λέτε εσεις. Εκεί ο Αστέριος επαινεί τον ζωγράφο που αποθανατίζει την μάρτυρα σε εικόνα και έτσι αποδεικνύεται ότι μέσα από τα λόγια του Αστεριού, ότι ήταν υπέρ των Εικόνων. Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους Πατέρες».

Εάν κατ’ υπόθεσιν υποστήριζε ο Αστέριος την λατρεία των εικόνων στην προκειμένη περίπτωση που ο Χατζηαντωνίου αναφέρθηκε, είναι απορίας άξιο: γιατί να μή προτρέψει τους πλούσιους να στραφούν λατρευτικά στις εικόνες αντί να τις ζωγραφίζουν στα ρούχα τους, ενώ τους λέει αντ’ αυτού να έχουν τον Χριστό νοητώς στην ψυχή τους και να Τον λατρεύουν παρά να Τον έχουν ζωγραφιά στο ρούχο τους;

Προτού να πάμε όμως στο έργο του Αστέριου «Εις Ευφημίαν την μάρτυρα» που επικαλείται ο φίλος μας για να αποδείξει ότι ο πατέρας αυτός ήταν υπέρ των εικόνων, αξίζει εδώ να σημειώσω το εξής: Έχοντας σεβασμό στην πένα του αείμνηστου Χατζηαντωνίου, μετά από την έντονη αυτή αντιπαράθεση που διεξήχθη στο εν λόγω Blog, με την δήθεν παραποίηση των κειμένων του Αστέριου για να υποστηρίξει δήθεν ο Χατζηαντωνίου ότι και αυτός ο πατέρας ήταν ενάντια στις εικόνες, ανέτρεξα και πάλι στο έργο του με τίτλο «ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ» και –με ευχαρίστηση– διάβασα να γράφει ο Χατζηαντωνίου, πρίν αναφερθεί στον Αστέριο, και τα εξής:

«Είναι αλήθεια ότι οι Καππαδόκες Πατέρες του 4ου αιώνα, που συνήθως επικαλούνται τη μαρτυρία τους οι εικονολάτρες, ενέκριναν τη χρήση εικόνων αλλά κατά κύριο λόγο σάν μέσου εκπαίδευσης των πιστών»

και αλλού επαναλαμβάνει:

«Για τους Καππαδόκες Πατέρες η κύρια αποστολή των εικόνων είναι να χρησιμεύουν σαν μέσα θρησκευτικής εκπαίδευσης των Χριστιανών, που δέν μπορούσαν να διαβάσουν την Αγία Γραφή. Ο Γρηγόριος Νύσσης (θ. 395;) επανειλημμένως τονίζει στα έργα του την καθαρώς εκπαιδευτική αποστολή, που έχουν οι εικόνες στην Εκκλησία και είναι σάν “βιβλία γλωσσοφόρα”» («ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ» σελίδες 117 και 120).

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Χατζηαντωνίου δέν το αρνείται αλλά δέχεται και τον Αστέριο ώς υποστηρικτή των εικόνων, όμως με την διαφορά ότι αυτό το επέτρεπαν για την εκπαίδευση των αγραμμάτων πιστών ή αυτών που δέν είχαν πρόσβαση στις Γραφές, και όχι για αντικείμενο λατρείας. Αυτό όμως δέν σημαίνει ότι είναι και αποδεκτό από τον Λόγο του Θεού. Μή ξεχνάμε ότι ο αιώνας εκείνος ήταν η απαρχή του πνευματικού κατήφορου, διότι κατά τους τρείς πρώτους αιώνες της πνευματικής Εκκλησίας, δέν συναντάμε τέτοιου είδους εικονολατρικά τερτίπια. Όλα ξεκίνησαν από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου και μετά, μιά εποχή που οι μελετητές της Βίβλου την χαρακτηρίζουν ώς “ο κατήφορος της Εκκλησίας”.

Ο φίλος «Scrooge Mac Duck», μου έστειλε και ζήτησε να συμπεριλάβω και τα κείμενα της Ζ’ Συνόδου στο άρθρο μου, για πλήρη κατανόηση, και μου έγραψε μεταξύ άλλων και τα εξής:

«εάν τηρηθούν όλα όσα γράφω παρακάτω εγώ δεν θα έχω κανένα απολύτως πρόβλημα μαζί σου. Η μόνη μας διαφορά θα είναι σε θέματα πίστεως π.χ εσύ λες ότι είναι ειδωλολατρία η προσκύνηση των Εικόνων ενώ εγώ το αρνούμαι αυτό. Τι πιο φυσικό υπάρχει από το να διαφωνούν δυο άνθρωποι σ’ένα τέτοιο θέμα; 1.Όταν μπουν τα κείμενα στη θέση τους στο άρθρο σoυ http://www.sporeas.gr/ τότε θα φαίνεται ολόκληρο και πλήρες το κείμενο των πρακτικών επί του σημείου του διαλόγου. 2.Πρέπει επίσης να πεις ότι η 7η Οικ.Σύνοδος στα Πρακτικά της δεν χαρακτηρίζει ως Εικονομάχους τους Πατέρες : Επιφάνιο Κύπρου, Αμφιλόχιο Ικονίου, Αστέριο Αμασείας, M.Αθανάσιο, Θεόδοτο Αγκύρας (άσχετα αν για σένα κάνει λάθος η Σύνοδος).Το θέμα είναι τι θεωρεί η Σύνοδος.

3.Στο τέλος μπορείς μετά να γράψεις τη γνώμη σου ή και τη μελέτη σου και να πείς ότι διαφωνείς με τη θέση της 7ης Οικ.Συνόδου και πως είναι Αντιβιβλική συν ότι άλλο θέλεις προσκομίζοντας και τα εδάφια από την Αγία Γραφή.»

Έγραψα στον «Scrooge Mac Duck», «Αν η μόνη διαφορά είναι τα “μισά” κείμενα του Αστέριου, δέν είναι πρόβλημα μου να αποκαταστήσω την αλήθεια για τον Αστέριο. Με την πρώτη ευκαιρία θα επιληφθώ του θέματος στο άρθρο μου εμμένοντας όμως στην Βιβλική θέση περί εικονολατρείας».

Τα κείμενα που παρέλαβα είναι σε μορφή pdf και μπορείτε να τα διαβάσετε ΕΔΩ.

Αυτό όμως που διαφαίνεται εδώ, είναι ότι δέν έχουμε μισά κείμενα του Αστέριου, διότι ενώ ο Χατζηαντωνίου αναφέρεται στο έργο του Αστέριου «Ομιλία περί Πλούσιου και Λαζάρου», ο «Scrooge Mac Duck» μας μιλά για το έργο του Αστέριου «Εις Ευφημίαν την μάρτυρα» (τό δημοσιεύουμε παρακάτω) θεωρώντας ότι εκεί βρίσκεται το άλλο «μισό» των λεγομένων του Αστέριου. Καί στη μία όμως, αλλά καί στην άλλη περίπτωση, συμπεραίνουμε ότι, και ο Αστέριος, ώς Καππαδόκης Πατέρας, υποστήριζε την ύπαρξη των εικόνων ώς ένα είδος κατήχησης και εκμάθησης του ακατήχητου λαού, και όχι ώς μέσον λατρείας στο εικονιζόμενο πρόσωπο, όπως κάνουν σήμερα οι περισσότεροι Ορθόδοξοι. Εξ’ άλλου, ίσως μας διέφυγε μια σοβαρή λεπτομέρεια: Ο Αστέριος, επιπλήττει τους πλουσίους που εζωγράφιζαν εικόνες στα ρούχα τους, και ο φίλος μας «Scrooge Mac Duck» υπερασπίζεται τις ζωγραφιές εκείνες στα ρούχα ώς εικόνες τις Ορθοδοξίας. Ο Αστέριος όμως στο σύγγραμμα του λέει για τις εικόνες εκείνες, «τήν μυρίοις ειδώλοις πεποικιλμένην εσθήτα» και κατά συνέπεια βλέπω να θεωρεί αποδεδειγμένα ώς είδωλο την όλη ενέργεια, εκτός αν το ερμηνεύουν διαφορετικά οι εικονολάτρες.

Είναι αλήθεια ότι ο Αστέριος αναφέρεται στον ζωγράφο της Ευφημίας της μάρτυρος, όμως, καθώς θα διαβάσετε παρακάτω αυτούσιο το εν λόγω κείμενο, δέν θα δείτε πουθενά να υποστηρίζει την λατρεία αυτής της ζωγραφιάς στο σεντόνι, και έτσι φτάνουμε στον ισχυρισμό καί του Χατζηαντωνίου, ότι δηλαδή οι Καππαδόκες Πατέρες επέτρεπαν τις εικόνες ως μέσον εκπαίδευσης και όχι ώς μέσον λατρείας.

Ο αγαπητός φίλος «Scrooge Mac Duck», μου έστειλε –όπως προείπα- και τα κείμενα της Ζ’ Συνόδου (από τον Mansi: 13) που πραγματεύονται το θέμα Αστέριου και των λοιπών πατέρων που ο Χατζηαντωνίου αναφέρει. Μου ζήτησε δέ, να δημοσιεύσω τα κείμενα αυτά στο παρόν μου άρθρο ως αποκατάσταση της αλήθειας (όπου και το κάνω ευχαρίστως) για να δούν οι αναγνώστες μας ότι η Σύνοδος εκείνη απορρίπτει ώς ανυπόστατα και πλαστά τα λόγια εκείνα των πατέρων που μιλούν ενάντια στην εικονολατρεία. Είναι αποδεκτό από μέρους μου, ότι, τα κείμενα αυτά της εποχής εκείνης της εικονολατρείας, εγράφησαν, δέν υπάρχει αμφισβήτηση. Ισχυρίζονται οι της Ζ’ Συνόδου ότι δέν αληθεύουν οι απαγορεύσεις για λατρεία εικόνων από τους εν λόγω πατέρες, και προβάλουν τα δικά τους «αποδεικτικά» στοιχεία περί του αντιθέτου. Το ζητούμενο όμως είναι εάν έχουμε διάψευση κατά τους προηγούμενους αιώνες πρίν την Ζ’ Σύνοδο εκείνη.

Για τους ιστορικούς όμως τίθενται υπό αμφισβήτηση οι εικονολάτρες εκείνοι της Ζ’ Συνόδου. Μή μας διαφεύγει η ιστορική αλήθεια για την Σύνοδο εκείνη, ότι: ««και οι εικονολάτρες περιέπεσαν σε πολλά σφάλματα: πλαστογράφησαν, νόθευσαν και διέστρεψαν τα κείμενα τόσο πολύ, όσο και οι αντίπαλοί τους» [ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε, τόμος Η’ σελίδα 257].

Επίσης, οι εικονολάτρες χρονογράφοι της εποχής εκείνης, ήσαν ισχυρές πηγές για την εικονολατρική Ζ’ σύνοδο που τους επικαλούντο ώς ανόθευτους και γνήσιους χρονογράφους. Όμως, εξ΄αυτών ξεχωρίζουμε δύο σημαντικούς χρονογράφους, τον Θεοφάνη, και τον Νικηφόρο, όπου για τους δύο αυτούς χρονογράφους, μαθαίνουμε ότι την εποχή εκείνη της εικονολατρείας, “Ομολογουμένως διαστρέφανε την αλήθειαν πολλάκις, αν όχι πάντοτε εξ’ ίσου (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Κ. Παπαρρηγόπουλου, τόμος 4ος σελίδα 354, εκδόσεις Ν.Δ. Νίκας Α.Ε.)

Και πάλι πληροφορούμεθα για τα σπουδαία ατοπήματα του εικονολάτρη χρονογράφου Θεοφάνη, για την εποχή εκείνη της Ζ’ Συνόδου ως εξής: «Τούτων δέ τεθέντων εκ μόνης της αντιπαραθέσεως των λόγων του Θεοφάνους πρός τους όρους της συνόδου εξάγεται αναμφισβητήτως ότι ο χρονογράφος ούτος ψεύδεται ασυστόλως…» (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Κ. Παπαρρηγόπουλου, τόμος 4ος σελίδα 397, εκδόσεις Ν.Δ. Νίκας Α.Ε.)

Περισσότερα περί εικονολατρείας γράφω και στο άρθρο μου “ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ” ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟ-ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ που αξίζει να διαβάσετε και να κρατήσετε στο αρχείο σας για μελέτη.

 

Πόση άραγε εγκυρότητα έχει όμως η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, που ο φίλος «Scrooge Mac Duck» μου ζήτησε να παραθέσω τα εν λόγω κείμενα;

Αμφιβολίες Πατριαρχών για την αναγνώριση της Οικουμενικότητας της Ζ’ Συνόδου.

Παρά του ότι οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ρώμης ήσαν υπέρ των εικόνων, για την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο όμως εξέφρασαν τις αμφιβολίες τους ώς προς την αναγνώριση της Οικουμενικότητάς της. Ο Εκκλησιαστικός συγγραφέας Β. Στεφανίδης, στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του και στην υποσημείωση της σελίδας 261, γράφει:

“Δια τούτο αί Εκκλησίαι Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ρώμης ανεγνώριζον μέν τάς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμ. Συνόδου, αμφέβαλον όμως, άν έπρεπε νά τάσσεται μεταξύ τών οικουμενικών (“ίσως παρά τισιν εστίν αμφιβολία”, μαρτυρία τού Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου έν τή πέμπτη συνεδρία τής συνόδου του 879, [Mansi, 17, 493] Hefele, Conciliengeschiche, 4, 477). Θεόδωρος ο Στουδίτης (+826, Επιστολή 38 του πρώτου βιβλίου) αναγράφει τά αίτια τούτου. Οι αντιπρόσωποι, δηλονότι, των ανατολικών πατριαρχείων δέν ήσαν έν τάξει, οί δέ τού Ρώμης δέν ήσαν έν απολύτω τάξει, ώς σταλέντες είς τήν Κων/πολιν όχι ειδικώς διά την σύνοδον, αλλά δι’ άλλην αιτίαν, καθηρέθησαν δέ υπ’ αυτού ώς υπερβάντες την δικαιοδοσίαν αυτών. Τα δια τούς αντιπροσώπους τού Ρώμης λεγόμενα είναι άγνωστα αλλαχόθεν και δέν φαίνονται αληθή, διά τούτο ο Baronius (+1607) ηρνήθη τήν γνησιότητα της επιστολής ταύτης τού Στουδίτου. Πάντως αδίκως, διότι ο Στουδίτης έν άλλη μεταγενεστέρα επιστολή παραπέμπει είς την προγενεστέραν εκείνην επιστολήν. “Εί καί ποτε καί πως και τισιν απεκρίθημεν ετέρως” (Επιστολή 127 του δευτέρου βιβλίου). Η Ζ’ Οικουμ. Σύνοδος εκυρώθη υπό τών συνόδων τής Κων/πόπεως 869 και 879 και ανεγνωρίσθη γενικώς ώς οικουμενικήν. J. Hergenrother, Photius, τόμος Ι, σελ. 251 κ. έξ. τόμος ΙΙ, σελ. 62, σημ. 120. 

Επανερχόμαστε στον Αστέριο Αμασείας.

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε στην εικονολατρική Ζ’ Σύνοδο από τον μοναχό Θωμά και σχολιάστηκε πολύ θετικά από τους εικονολάτρες συμμετέχοντες της Συνόδου, όμως με τα δικά τους μέτρα, ούτως ώστε να υποστηρίξουν την λατρευτική αξίωση των εικόνων, κάτι όμως που δέν βλέπουμε στο έργο του Αστέριου. Άρα, στα δικά τους μέτρα και σταθμά παρουσίαζαν κάθε Πατερικό κείμενο.

Ακολουθεί το κείμενο καθώς έχει, όπου ο Αστέριος εξιστορεί ακριβώς αυτό το πάθος της μάρτυρος Ευφημίας που είχε ζωγραφίσει ο ζωγράφος στο σεντόνι, και όχι δήθεν μιά εικόνα της Ευφημίας ως αντικείμενο λατρείας. Αυτό το κείμενο επικαλέστηκε και ο φίλος μας «Scrooge Mac Duck», για να μου πεί ότι με αυτό το κείμενο δέν είναι πλέον «μισό» το γραπτό του Αστέριου που ο Χατζηαντωνίου παρέθεσε:

«Ἀστερου πισκπου μασεας κφρασις ες τν γαν Εφημαν τν μρτυρα»

Πρώην μέν, ὦ ἄνδρες, Δημοσθένην εἶχον ἐν χερσὶ τὸν δεινὸν καὶ Δημοσθένους ἐκεῖνα ἔνθα δὴ τὸν Αἰσχίνην πικροῖς βάλλει τοῖς ἐνθυμήμασιν· ἐγχρονίσας δὲ τῷ λόγῳ καὶ πυκνωθεὶς τὴν διάνοιαν ἀνέσεως ἐδεόμην καὶ περιπάτου, ὥστε μοι λυθῆναι μικρὸν τῆς ψυχῆς τὸ πονούμενον. Προελθὼν δὲ τοῦ δωματίου καὶ ὀλίγα τοῖς γνωρίμοις συμβαδίσας ἐπ’ ἀγορᾶς, ἐκεῖθεν εἰς τὸ τοῦ Θεοῦ τέμενος ἀφικόμην εὐξόμενος ἐν σχολῇ· ὡς δὲ καὶ τούτου τυχὼν ἕνα δὴ τῶν ὑποστέγων δρόμων ἐβάδιζον, εἶδον ἐκεῖ γραφήν τινα καί με κατ’ ἄκρας εἷλεν ἡ θέα· Εὐφράνορος ἂν εἶπες εἶναι τὸ φιλοτέχνημα ἤ τινος ἐκείνων τῶν παλαιῶν, οἳ τὴν γραφικὴν ἦραν εἰς μέγα ἐμψύχους ὀλίγου δέοντος ἐργασάμενοι πίνακας. Δεῦρο δ’ εἰ βούλει – καὶ γὰρ σχολὴ νῦν διηγήματος – , φράσω σοι τὴν γραφήν· οὐδὲ γὰρ φαυλότερα πάντως τῶν ζωγράφων οἱ μουσῶν παῖδες ἔχομεν φάρμακα.

Γυνή τις ἱερὰ παρθένος ἀκήρατον Θεῷ τὴν σωφροσύνην καθιερώσασα – Εὐφημίαν καλοῦσιν αὐτήν – , τυράννου δέ ποτε τοὺς εὐσεβοῦντας ἐλαύνοντος μάλα προθύμως τὸν ἐπὶ θανάτῳ εἵλετο κίνδυνον· οἱ δὲ δὴ πολῖται καὶ κοινωνοὶ τῆς θρησκείας ὑπὲρ ἧς ἐτελεύτησεν, ὡς ἀνδρείαν ὁμοῦ καὶ ἱερὰν τὴν παρθένον θαυμάσαντες, πλησίον τοῦ ἱεροῦ τὴν θήκην δειμάμενοι καταθέμενοί τε τὴν λάρνακα τιμὰς τελοῦσιν αὐτῇ καὶ τὴν ἐτήσιον ἑορτὴν κοινὴν καὶ πάνδημον ποιοῦνται πανήγυριν.

Οἱ μὲν οὖν τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων ἱεροφάνται καὶ λόγῳ τιμῶσι τὴν μνήμην ἀεὶ καὶ προαιρέσει καὶ ὅπως ἐξετέλεσε τὸν τῆς καρτερίας ἀγῶνα ἐπιμελῶς τοὺς συνιόντας λαοὺς ἐκδιδάσκουσιν. Ὁ δὲ δὴ ζωγράφος εὐσεβῶν καὶ αὐτὸς διὰ τῆς τέχνης τὰ κατὰ δύναμιν πσαν τν στοραν ν σινδνι χαρξας αὐτοῦ που περὶ τὴν θήκην ἱερὸν ἀνέθηκε θέαμα· ἔχει δὲ ὧδε τὸ φιλοτέχνημα. (σημ. δική μου: ο ζωγράφος εχάραξε σε σεντόνι την ιστορία της μάρτυρος για ενθύμηση των παθημάτων της).

Ὑψηλὸς ἐπὶ θρόνου καθίδρυται δικαστὴς πικρὸν καὶ δυσμενὲς βλέπων εἰς τὴν παρθένον· ὀργίζεται γὰρ ὅταν ἐθέλῃ κἀν ταῖς ἀψύχοις ὕλαις ἡ τέχνη. Δορυφόροι δὲ τῆς ἀρχῆς καὶ στρατιῶται πολλοί, οἱ μὲν τῶν ὑπομνημάτων ὑπογραφεῖς δέλτους φέροντες καὶ γραφίδας, ὧν θάτερος ἀναρτήσας ἀπὸ τοῦ κηροῦ τὴν χεῖρα βλέπει πρὸς τὴν κρινομένην σφοδρῶς ὅλον ἐκκλίνας τὸ πρόσωπον, ὥσπερ παρακελευόμενος γεγωνότερον λαλεῖν ἵνα μὴ κάμνων περὶ τὴν ἀκοὴν ἐσφαλμένα γράφῃ καὶ ἐπιλήψιμα.

Ἕστηκεν δὲ ἡ παρθένος ἐν φαιῷ χιτῶνι καὶ ἱματίῳ τὴν φιλοσοφίαν σημαίνουσα, ὡς μὲν ἔδοξε τῷ γραφεῖ, καὶ τὴν ὄψιν ἀστεία, ὡς δ’ ἐμοὶ δοκεῖ, τὴν ψυχὴν κεκαλλωπισμένη ταῖς ἀρεταῖς. Ἄγουσι δὲ αὐτὴν πρὸς τὸν ἄρχοντα δύο στρατιῶται, ὁ μὲν ἕλκων ἐπὶ τὸ πρόσω, ὁ δὲ κατόπιν ἐπείγων. Κεκραμένον τῆς παρθένου τὸ εἶδος αἰδοῖ καὶ στερρότητι· νεύει μὲν γὰρ εἰς γῆν ὥσπερ ἐρυθριῶσα τὰς ὄψεις τῶν ἀρρένων, ἕστηκε δὲ ἀκατάπληκτος οὐδὲν πάσχουσα πρὸς τὸν ἀγῶνα δειλόν.

Ὡς ἔγωγε τοὺς ἄλλους τέως ἐπῄνουν ζωγράφους, ἐστ’ ἂν ἐθεασάμην τῆς γυναικὸς ἐκείνης τῆς Κολχίδος τὸ δρᾶμα, ὅπως μέλλουσα τοῖς τέκνοις ἐπιφέρειν τὸ ξίφος ἐλέῳ καὶ θυμῷ μερίζει τὸ πρόσωπον καὶ θάτερος μὲν τῶν ὀφθαλμῶν τὴν ὀργὴν ἐμφανίζει, θάτερος δὲ τὴν μητέρα μηνύει φειδομένην καὶ φρίττουσαν, νῦν δὲ τὸ θαῦμα ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐννοίας πρὸς ταύτην μετατέθεικα τὴν γραφήν· καὶ σφόδρα γε ἄγαμαι τοῦ τεχνίτου, ὅτι μᾶλλον ἔμιξε τῶν χρωμάτων τὸ ἄνθος, αἰδῶ τε ὁμοῦ καὶ ἀνδρείαν κεράσας, πάθη κατὰ φύσιν μαχόμενα.

Προβαινούσης δὲ εἰς τὸ πρόσω τῆς μιμήσεως, δήμιοί τινες ἐν χιτωνίσκοις γυμνοὶ ἤδη ἤρχοντο τοῦ ἔργου· καὶ ὁ μὲν δραξάμενος τῆς κεφαλῆς καὶ ἀνακλίνας εἰς τὸ κατόπιν παρεῖχε τῷ ἑτέρῳ εὐτρεπὲς εἰς τιμωρίαν τῆς παρθένου τὸ πρόσωπον· ὁ δὲ παραστὰς ἐξέκοπτε τῶν ὀδόντων τὸ μαργαρῶδες· σφῦρα δὲ καὶ τέρετρον φαίνεται τῆς τιμωρίας τὰ ὄργανα. Δακρύω δὲ τὸ ἐντεῦθεν καί μοι τὸ πάθος ἐπικόπτει τὸν λόγον· τὰς γὰρ τοῦ αἵματος σταγόνας οὕτως ἐναργῶς ἐπέχρωσεν ὁ γραφεὺς ὥστε εἴποις ἂν προχεῖσθαι τῶν χειλέων ἀληθῶς καὶ θρηνήσας ἀπέλθοις.

Δεσμωτήριον μετὰ ταῦτα· καὶ πάλιν ἡ παρθένος σεμνὴ ἐν τοῖς φαιοῖς ἱματίοις κάθηται μόνη ἐκτείνουσα τὼ χεῖρε πρὸς οὐρανὸν καὶ καλοῦσα Θεὸν ἐπίκουρον τῶν δεινῶν· εὐχομένῃ δὲ αὐτῇ φαίνεται ὑπὲρ κεφαλῆς τὸ σημεῖον ὃ δὴ νόμος χριστιανοῖς προσκυνεῖν τε καὶ ἐπιγράφεσθαι, σύμβολον οἶμαι τοῦ πάθους ὅπερ αὐτὴν ἐξεδέχετο.

Εὐθὺς γοῦν καὶ μετ’ ὀλίγον πῦρ ἀλλαχοῦ σφοδρὸν ὁ ζωγράφος ἀνῆψεν, ἐρυθρῷ χρώματι ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπιλαμφθέντι σωματοποιήσας τὴν φλόγα. Ἵστησι δὲ μέσην αὐτήν, τὰς μὲν χεῖρας πρὸς οὐρανὸν διαπλώσασαν, ἀχθηδόνα δὲ οὐδεμίαν ἐπιφαίνουσαν τῷ προσώπῳ, ἀλλὰ τοὐναντίον γεγηθυῖαν ὅτι πρὸς τὴν ἀσώματον καὶ μακαρίαν ἐξεδήμει ζωήν.

Μέχρι τούτου καὶ ὁ ζωγράφος ἔστησε τὴν χεῖρα κἀγὼ τὸν λόγον· ὥρα δέ σοι καὶ αὐτήν, εἰ βούλει, τελέσαι τὴν γραφήν, ἵνα κατίδῃς ἀκριβῶς, εἰ μὴ πολὺ κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως ἤλθομεν.

Υποστηρίζουν οι εικονολάτρες της Ζ’ Συνόδου, και συνεχίζουν οι Ορθόδοξοι έως και σήμερα για τις εικόνες, τα σκεύη και άλλα «ιερά» κατασκευάσματα, ότι δηλαδή αγιάζονται οι άνθρωποι από αυτά:

«ταύτα ουν ειδότες ημείς οι τω Θεώ μονώ την λατρείαν ημών εν πνεύματι και αληθεία προσάγοντες, πάντα τα αυτώ ανατεθειμένα και καθιερωμένα, είτε θείος τύπος του τιμίου σταυρού, είτε άγιον ευαγγέλιον, είτε σεπταί εικόνες, είτε ιερά σκεύη εισί, και ασπασώμεθα και περιπτυξώμεθα, ως ελπίδα έχοντες αγιασμού μεταλαμβάνεις παρ’αυτών» [Mansi, 13].

Την ελπίδα του αγιασμού τους, οι ορθόδοξοι, την έχουν στα άψυχα, και άφωνα, και άλαλα κατασκευάσματα, όπως σκεύη, σταυρούς, εικόνες, ευαγγέλιο (το βιβλίο δηλαδή και όχι το περιεχόμενο του) και μετά υποστηρίζουν ότι δέν τα λατρεύουν όλα αυτά, παρά μόνο τα τιμούν; Ο ορισμός –για την Ζ’ Σύνοδο- «Εικονομάχοι» και «Εικονολάτρες» δέν προδίδει από μόνος του την λατρεία των εικόνων; Ο Κύριος μόνον αγιάζει τον πιστό, και όχι τα άψυχα είδωλα.

Νοθεία αποδίδουν οι εικονολάτρες στα πατερικά κείμενα που καταρρίπτουν την εικονολατρεία τους, και βασιζόμενοι στα όποια αναγνώσματα της Ζ’ Συνόδου, θεωρούν και ώς δεδομένη την διάψευση των πατερικών κειμένων.

ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ. Τί έγραψε για τις εικόνες;

Ένα από τα κείμενα του Επιφάνιου Κύπρου, μιλάει για αυτούς που κατασκευάζουν εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου, των μαρτύρων του Κυρίου αλλά και αγγέλων και προφητών, και φέρει τον τίτλο: «Λόγος του αγίου Επιφανίου κατά τών επιτηδευόντων ποιείν ειδωλικώ θεσμώ εικόνας είς αφομοίωσιν τού Χριστού καί τής Θεοτόκου καί τών μαρτύρων, έτι δέ καί αγγέλων καί προφητών»

Η π(λ)άγια τακτική των ειδωλο-εικονολατρών είναι να “αποδεικνύουν“(sic) με διάφορα τεχνάσματα την -δήθεν- νοθεία σε όλα τα πατερικά -και όχι μόνο- κείμενα, που τους κατακεραυνοβολούν.

Ο Επιφάνιος Κύπρου γράφει σοφά και Βιβλικά λόγια. Σταχυολογούμε κάποια από αυτά για να σας δώσουμε μιά γεύση των αυστηρών του λόγων:

Επιφάνιος Κύπρου: «ότι δή, φασί, τάς εικόνας τών αγίων ποιούμεν είς μνημόσυνον καί τιμήν αυτών». [επειδή είπαν, τις εικόνες των αγίων κατασκευάζουμε ως μνημόσυνο και τιμή σ’ αυτούς],
 
Επιφ: «οι νομίζοντες έν τούτω τιμάν τους αποστόλους, μαθέτωσαν ότι αντί τού τιμάν, πλέον αυτούς ατιμάζουσιν» [όσοι νομίζουν ότι με αυτό (με την κατασκευή των εικόνων) τιμάνε τους Αποστόλους, αντί να τους τιμήσουν τους ατιμάζουν περισσότερο].
 
Επιφ: «αλλ’ ουδέ οί απόστολοι ηθέλησαν προσκυνείσθαι, καί γάρ ότε ευαγγελίζεσθαι απεστάλησαν, εαυτούς προσκυνείσθαι ούκ ήθελον, αλλά τόν αυτούς αποστείλαντα Χριστόν» [Αλλά, ούτε οι Απόστολοι θέλησαν να προσκυνηθούν (από άλλους), και όταν απεστάλησαν να ευαγγελίσουν (τους ανθρώπους) να προσκυνηθούν (από τους ευαγγελιζομένους) δέν ήθελαν, αλλά τον Χριστό που τους απέστειλε (έπρεπε να προσκυνούν μόνον)].
 
Επιφ: «περί δέ τών αγγέλων οι πατέρες οί έν Λαοδικεία συνελθόντες πάντως γάρ ότι διά τοιαύτης υπόθεσιν συνήχθησαν – λέγουσιν, “είτις εγκαταλείπει τήν εκκλησίαν τού Θεού καί αγγέλους ονομάζει, ανάθεμα έστω, ότι εγκατέλειπε τόν Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν καί ειδωλολατρεία προσελήλυθε”» [Για τους αγγέλους (τους οποίους και αυτούς τους προσκυνούν οι ορθόδοξοι) οι πατέρες στην Λαοδίκεια συνήχθησαν αποκλειστικά γι’ αυτή την υπόθεση, και απεφάσισαν λέγοντας, Όποιος εγκαταλείπει την Εκκλησία του Χριστού και ονομάζει αγγέλους (στο όνομα τους έχει ναούς και τους προσκυνεί) ας είναι ανάθεμα, διότι εγκατέλειψε τον Κύριο μας τον Ιησού Χριστό και στην ειδωλολατρεία περιέπεσε”.

 

Ένα μόνο δείγμα σταχυολόγησα για την ειδωλολατρεία όπου και δημοσιεύω όλο το κείμενο του Επιφάνιου Κύπρου για το θέμα μας. [ Διαβάστε το στο αρχικό του κείμενο ΕΔΩ ].

Τέλος, άσχετα από τις όποιες πατερικές ή ιστορικές τοποθετήσεις επί του θέματος των εικόνων, θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους μου εάν δέν συμπεριελάμβανα στο άρθρο μου αυτό και την μεγαλύτερη απόδειξη, ενάντια στην ειδωλο-εικονολατρεία των ειδωλο-εικονολατρών, που είναι η ίδια η Αγία Γραφή. Ο Λόγος του Θεού λοιπόν, που είναι ο τελικός κανόνας και ο ασφαλέστερος οδηγός στα ζητήματα της Χριστιανικής πορείας και πίστης, μας λέει για τις εικόνες-είδωλα τα εξής:

«Μη κάμης εις σεαυτόν είδωλον, μηδέ ομοίωμά τινός, όσα είναι εν τω ουρανώ άνω, ή όσα εν τη γη κάτω, όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γής· μη προσκυνήσης αυτά μηδέ λατρεύσης αυτά» [Έξοδος: κ’4-5]·
 
«Φυλάττετε λοιπόν καλώς τας ψυχάς σας, διότι δεν είδετε ουδέν ομοίωμα, εν τη ημέρα καθ’ ην ο Κύριος ελάλησε προς εσάς εν Χωρήβ εκ μέσου του πυρός· μήπως διαφθαρήτε, και κάμητε εις εαυτούς είδωλον, εικόνα τινός μορφής, ομοίωμα αρσενικού ή θηλυκού…» [Δευτερονόμιον: δ’ 15-16]
 
«Επικατάρατος ο άνθρωπος, όστις κάμη γλυπτόν ή χωνευτόν, βδέλυγμα εις τον Κύριον, έργον χειρών τεχνίτου, και θέση εν αποκρύφω. Και πας ο λαός θέλει αποκριθή και ειπεί, Αμήν» [Δευτερονόμιον: κζ’ 15].
 
«Δεν θέλετε κάμει εις εαυτούς είδωλα ουδέ γλυπτά, ουδέ θέλετε ανεγείρει άγαλμα εις εαυτούς, ουδέ θέλετε στήσει λίθον εικονόγλυπτον εν τη γη υμών, διά να προσκυνήτε αυτόν· διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας» [Λευϊτικό: κς’ 1]
 
«Όσοι κατασκευάζουσιν είδωλα, πάντες είναι ματαιότης· και τα πολυέραστα αυτών είδωλα δεν ωφελούσι· και αυτοί είναι μάρτυρες αυτών ότι δεν βλέπουσιν ουδέ νοούσι, διά να καταισχυνθώσι» [Ησαΐας: μδ’ 9]
 
«Με τίνα λοιπόν θέλετε εξομοιώσει τον Θεόν; ή τι ομοίωμα θέλετε προσαρμόσει εις αυτόν. Ο τεχνίτης χωνεύει εικόνα γλυπτήν, και ο χρυσοχόος εκτείνει χρυσόν επ’ αυτήν και χύνει αργυράς αλύσεις. Ο πτωχός κάμνων προσφοράν εκλέγει ξύλον άσηπτον· και ζητεί εις εαυτόν επιδέξιον τεχνίτην, διά να κατασκευάση εικόνα γλυπτήν μη σαλευομένην» [Ησαΐας: μ’ 18-20]
 
«Διότι τα νόμιμα των λαών είναι μάταια, διότι κόπτουσι ξύλον εκ του δάσους, έργον χειρών τέκτονος με τον πέλεκυν. Καλλωπίζουσιν αυτό με άργυρον και χρυσόν· στερεόνουσιν αυτό με καρφία και με σφύρας, διά να μη κινήται. Είναι όρθια ως φοίνιξ, αλλά δεν λαλούσιν· έχουσι χρείαν να βαστάζωνται, διότι δεν δύνανται να περιπατήσωσι. Μη φοβείσθε αυτά· διότι δεν δύνανται να κακοποιήσωσιν, ουδέ είναι δυνατόν εις αυτά να αγαθοποιήσωσι» [Ιερεμίας: ι’ 3-5]
 
«Θέλετε εκδιώξει πάντας τους κατοίκους της γης απ’ έμπροσθέν σας και καταστρέψει πάσας τας εικόνας αυτών και καταστρέψει πάντα τα χυτά είδωλα αυτών και κατεδαφίσει πάντας τους βωμούς αυτών» [Αριθμοί: λγ’ 52]
 

 Αυτό δέν έκαναν και στην Σύνοδο της Ιέρειας το 754; και εύγε τους.

 
«Και τώρα αμαρτάνουσιν επί μάλλον και μάλλον και έκαμον εις εαυτούς χωνευτά εκ του αργυρίου αυτών, είδωλα κατά την φαντασίαν αυτών, πάντα ταύτα έργον τεχνιτών…» [Ωσηέ: ιγ’ 2]
 
«Και θέλω εξολοθρεύσει τα γλυπτά σου και τα είδωλά σου εκ μέσου σου, και δεν θέλεις λατρεύσει πλέον το έργον των χειρών σου» [Μιχαίας: ε’ 13]
 
«Ουαί εις τον λέγοντα προς το ξύλον, Εξεγείρου· εις τον άφωνον λίθον, Σηκώθητι· αυτό θέλει διδάξει; Ιδού, αυτό είναι περιεσκεπασμένον με χρυσόν και άργυρον, και δεν είναι πνοή παντελώς εν αυτώ. Αλλ’ ο Κύριος είναι εν τω ναώ τω αγίω αυτού· σιώπα ενώπιον αυτού, πάσα η γη» [Αββακούμ: β’ 19-20]
 
«Και η γη αυτών ενεπλήσθη από ειδώλων ελάτρευσαν το ποίημα των χειρών αυτών, εκείνο το οποίον οι δάκτυλοι αυτών έκαμον…» [Ησαΐας: β’ 8]
 
«Γένος λοιπόν όντες του Θεού, δεν πρέπει να νομίζωμεν τον Θεόν ότι είναι όμοιος με χρυσόν ή άργυρον ή λίθον, κεχαραγμένα διά τέχνης και επινοίας ανθρώπου» [Πράξεις Αποστόλων: ιζ’ 29]
 
«Ας αισχυνθώσι πάντες οι λατρεύοντες τα γλυπτά, οι καυχώμενοι εις τα είδωλα· προσκυνείτε αυτόν, πάντες οι θεοί» [Ψαλμοί: 97’ 7]
 
«Αλλ’ ο Θεός ημών είναι εν τω ουρανώ· πάντα όσα ηθέλησεν εποίησε. Τα είδωλα αυτών είναι αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων· Στόμα έχουσι και δεν λαλούσιν· οφθαλμούς έχουσι και δεν βλέπουσιν· ώτα έχουσι και δεν ακούουσι· μυκτήρας έχουσι και δεν οσφραίνονται· Χείρας έχουσι και δεν ψηλαφώσι· πόδας έχουσι και δεν περιπατούσιν· ουδέ ομιλούσι διά του λάρυγγος αυτών. Όμοιοι αυτών ας γείνωσιν οι ποιούντες αυτά, πας ο ελπίζων επ’ αυτά» [Ψαλμοί: ριε’ 3-8]

Υπάρχει κάτι από αυτά τα λόγια που δέν βλέπουμε στις εικόνες–είδωλα;

 

Κλείνοντας την παρούσα προσθήκη, θέλω να επαναλάβω την φράση του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Θεόκλητου, όπου είπε στις 09/12/2002 σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα», πώς:

Όταν ο πιστός ταυτίζεται με μια εικόνα, αυτό είναι ειδωλολατρία. . .”

Ταυτίζεται όμως με την εικόνα ο ορθόδοξος ή όχι; Είναι η εικόνα ταυτόσημη με τα είδωλα των εθνών ή όχι;

Βίντεο -διάρκεια 4′ λεπτά περίπου

“Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εις το ψεύδος, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν μάλλον παρά τον κτίσαντα, όστις είναι ευλογητός εις τους αιώνας· αμήν” (Ρωμαίους: α’ 25)

Εύλογο ερώτημα:

ΤΙΜΗ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ή ΜΗΠΩΣ (είδωλο)ΛΑΤΡΕΙΑ;

Μιά δικαιολογία που προβάλουν οι εικονολάτρες, για να υποστηρίξουν ότι οι εικόνες δέν είναι είδωλα, είναι ότι δέν λατρεύουν τις εικόνες αλλά τις προσκυνούν απλά ώς να αποδίδουν τιμές στο εικονιζόμενο πρόσωπο.

Έκανα επανειλημμένως εκ’ παλαιόθεν την ερώτηση στους εικονολάτρες, ότι, εάν εγώ δέν προσκυνώ την εικόνα, απλά προσεύχομαι στον Θεό πνευματικά μόνο, με τον νού μου δηλαδή, θα εισακουστώ από τον Θεό, ή μήπως θα καταδικαστώ στην κόλαση ώς δήθεν αμαρτωλός που δέν προσκυνά μιά εικόνα; Απάντηση δέν πήρα ποτέ.

Θέλουμε να αποδείξουμε του λόγου το αληθές περί λατρείας των εικόνων και όχι περί –δήθεν- τιμητικής προσκύνησης, έτσι για να μήν αιωρείται η εσφαλμένη άποψη των εικονολατρών.

Αντιγράφω μιά εμπεριστατωμένη τοποθέτηση του Γ. Α. Χατζηαντωνίου, δ.θ., από το βιβλίο του «ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ», από τό ένατο κεφάλαιο και από τις σελίδες 126 έως 131, και παρακαλώ τους εναντίους να πάρουν θέση επί των στοιχείων αυτών. Η αναφορά μου αυτή γίνεται καλοπροαίρετα για να καταλήξουμε κάπου επιτέλους.

Από αυτά που γράφει ο Χατζηαντωνίου, τα έντονα γράμματα είναι δικά μου πρός ευκολότερη κατανόηση των αναγνωστών μας:

«Δέν πρέπει το κεφάλαιο αυτό να κλείσει, χωρίς να γίνει αναφορά σ’ ένα πρόσθετο θεολογικό επιχείρημα των υποστηριχτών της εικονολατρείας. Η Σύνοδος της Νικαίας στις αποφάσεις της, χάρη στίς οποίες αναστηλώθηκαν οι εικόνες, διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι στίς εικόνες αποδίδονται «ασπασμός και τιμητική προσκύνησις», αλλά όχι «λατρεία». Αυτού του επιχειρήματος έγινε κι’ εξακολουθεί να γίνεται ευρεία χρήση.

Άν η λεπτή αυτή διάκριση μεταξύ «τιμητικής προσκύνησης» και «λατρείας» περιείχε κάτι τό ουσιαστικότερο από τις λέξεις, πού χρησιμοποιούνται, η εικονομαχική παράταξη θ’ αφοπλιζόταν σ’ ένα σημαντικό βαθμό. Κάτι παραπάνω. Δέν θα υπήρχε κάν εικονομαχική παράταξη, διότι δέν θα είχε γεννηθεί η ανάγκη της διαμαρτυρίας, πού διατύπωσαν οι ηγέτες του εικονομαχικού κινήματος, γιά τίς καταχρήσεις, πού γίνονταν στή θρησκευτική ζωή τού λαού ολόγυρα στις εικόνες. Μιά προσεκτική όμως και αντικειμενική διερεύνηση τού θέματος αποκαλύπτει ότι ούτε στήν αντίληψη τού μέσου Χριστιανού αλλά ούτε καί στών ηγετών τής εικονολατρικής παράταξης τή διδασκαλία υπήρξε μιά ουσιαστική καί πραγματική διάκριση μεταξύ τής τιμητικής προσκύνησης τών εικόνων καί τής λατρείας τους.

Μιά τέτοια διάκριση κατέρρευσε ολοκληρωτικά, όταν οί διδάσκαλοι τής Εκκλησίας άρχισαν νά αναγνωρίζουν ότι μία ειδική θεία χάρη ήταν συνδεδεμένη όχι πιά με τό εικονιζόμενο πρόσωπο, αλλά με αυτή τήν ίδια τήν εικόνα, καί ότι μέσα σ’ αυτή τήν εικόνα κατοικεί το άγιο Πνεύμα, ακριβώς όπως κατοικούσε μέσα στόν εικονιζόμενο άγιο, όταν αυτός ζούσε. Πάνω σ’ αυτό τό κρίσιμης σημασίας θέμα ό Ιωάννης Δαμασκηνός είναι σαφής καί κατηγορηματικός. Γράφει: Όταν πέθαναν αυτοί (οί άγιοι) «η χάρις τού Αγίου Πνεύματος ανεκφοιτήτως ένεστι καί ταίς ψυχαίς καί τοις σώμασιν έν τοίς τάφοις, καί τοίς χαρακτήρσι, καί τ α ί ς α γ ί ο ι ς ε ι κ ό σ ι ν α υ τ ώ ν ού κατ’ ουσίαν αλλά χάριτι καί ενεργεία».

Καί αυτής της λεπτομέρειας της εικονολατρείας δέν λείπει το αντίστοιχο στόν αρχαίο κόσμο τών ειδωλολατρών. Κάποιου είδους επιφοίτηση τής θεότητας μέσα στα είδωλά τους καί οι Έλληνες καί οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι πραγματοποιόταν σάν αποτέλεσμα μιάς ορισμένης θρησκευτικής τελετής, στήν οποία κοπέλες, πού ήταν ποικιλόχρωμα ντυμένες, πρόσφεραν στό είδωλο χύτρες με ψημένα όσπρια. Ο σοφιστής και γραμματικός του 2ου μ.Χ. αιώνα Αθηναίος, περιγράφει τήν προσφορά ενός μίγματος από διάφορα ποτά στήν περίπτωση πού αυτή η τελετή γινόταν σε σχέση μέ τήν καθιέρωση ενός είδωλου του Κτησίου Δία. Καί ο Πλούταρχος, στό βίο του Κοριολανού, αναφέρει τήν περίπτωση ενός ειδώλου τής θεάς Τύχης, πού τήν έστησαν ή μητέρα καί η γυναίκα τού Κοριολανού καί τό άκουσαν να μιλάει. Αυτό, γράφει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς, συνέβη «τήν πρώτη μέρα τής καθιέρωσής του».

Οπωσδήποτε σάν φυσική εξέλιξη τής θεολογικής θέσης ότι κάποια ιδιαίτερη θεία χάρη περιβάλει τήν εικόνα, αναγνωρίστηκε ότι η εικόνα είναι η κατοικία τού εικονιζόμενου προσώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής θέσης, πού πήρε η θεολογική σκέψη τών εικονολατρών, ήταν τό περιστατικό μιάς εικόνας, πού τό αναφέρει ο σεβαστός διδάσκαλος τής Εκκλησίας, ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Αυτή ήταν μιά εικόνα τής Παναγίας, πού συνοδευόταν από τόν άγιο Μερκούριο. Ξαφνικά όμως ο άγιος έφυγε από τήν εικόνα του και απουσίασε γιά ένα χρονικό διάστημα από τό κατοικητήριό του, διότι πήγε να εκτελέσει τή διαταγή, πού πήρε από τόν Άγιο Βασίλειο, νά σκοτώσει τόν αυτοκράτορα Ιουλιανό τόν Παραβάτη, επέστρεψε όμως στό σπίτι του καί «τό δόρυ του έσταζε αίμα».

Μέ τήν ενθάρρυνση, πού τής δόθηκε από τόν κορυφαίο αυτόν θεολόγο τής εικονολατρικής σχολής, πολύ γρήγορα πήρε ή θεολογική σκέψη καί τό κρίσιμο βήμα. Ανεμπόδιστα πιά άρχισε νά καταλύεται μιά κάποια διάκριση ανάμεσα στήν εικόνα καί τό εικονιζόμενο πρόσωπο καί νά εμπεδώνεται στή συνείδηση τού λαού, αλλά καί τού κλήρου, ή πεποίθηση ότι ή εικόνα ενός αγίου ήταν ολότελα συνταυτισμένη μέ τόν ίδιο τόν άγιο. Όπως τή διατυπώνει τήν εξέλιξη ο L. Brehier, «Η εικόνα δέν είναι πιά μιά απλή αναπαράσταση τού Χριστού ή κάποιου άγιου, αλλά είναι κάποιο είδος επιφοίτησης τού αρχετύπου».

Άρχισαν τώρα, δηλαδή γύρω από τά μέσα τού 6ου αιώνα, οί υποστηρικτές τής εικονολατρείας να δίνουν στή διδασκαλία τους ένα περιεχόμενο, στό οποίο όλο καί περισσότερο υποβαθμίζεται ο ρόλος τού θεατή τής εικόνας καί τής θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης του μέσω αυτής, γιατί τώρα εκείνο πού τονίζεται, είναι μιά υπερκόσμια σχέση, πού ενώνει τήν εικόνα μέ τό πρωτότυπό της.

Βρήκε υποστήριξη ή τάση αυτή στή διδασκαλία τού Ψευδοδιονυσίου τού Αρεοπαγίτη, τού 5ου αιώνα, πού ήταν βασισμένη στή μυστικιστική νεοπλατωνική φιλοσοφία, καί άρχισε νά κυκλοφορεί στούς κύκλους τής Εκκλησίας. Τή διδασκαλία τήν εγκολπώθηκε μέ ενθουσιασμό ό Ιωάννης Δαμασκηνός καί, ακολουθώντας τό παράδειγμα του, καί άλλοι θεολόγοι. Τού Ψευδοδιονύσιου όμως ή θεωρία απλώς προμήθευσε ένα φιλοσοφικό θεμέλιο γιά πεποιθήσεις, πού είχαν τήν προέλευση τους σέ αρχαιότερες περιόδους.

Σύμφωνα με αυτή τή διδασκαλία, υπάρχει διά μέσου τής ιεραρχικής συγκρότησης τού σύμπαντος μιά άνοδος από τήν κατώτερη τάξη τών αισθήσεων στήν ανώτερη διανοητική σφαίρα, καί τελικά στόν ίδιο τόν Θεό. Υπάρχει όμως καί κάθοδος από τήν ανώτερη σφαίρα στήν κατώτερη, μέ αποτέλεσμα ό Θεός νά αντανακλάται στίς κατώτερες τάξεις καί στά υλικά αντικείμενα. Έτσι, σημειώνεται μιά κάθοδος από τόν Θεό στόν άγιο, καί από τόν άγιο στήν εικόνα του, η οποία, σάν αντανάκλαση τού ίδιου τού Θεού, κατακτά μιά θέση στή θεία τάξη τού σύμπαντος, καί γίνεται τό μέσο νά καταλυθεί τό φράγμα, πού χωρίζει τόν ορατό από τό θείο κόσμο. Είναι έτσι ή εικόνα, όχι πιά ένα όργανο διαπαιδαγώγησης τών πιστών, αλλά ένα μέσο επικοινωνίας μέ τόν Θεό καί ένα κανάλι διοχέτευσης τής θείας δύναμης.

Αυτή τή θεολογική θέση τών εικονολατρών τής περιόδου τού αυτοκράτορα Λέοντος Γ’ τή διατυπώνει μέ σαφήνεια ένας σύγχρονος μας υποστηρικτής τής εικονολατρείας, ο Sergius Bulgakov

 «Το εικόνισμα, γράφει, δέν είναι απλώς μιά άγια εικόνα. Είναι κάτι τό μεγαλύτερο. Σύμφωνα μέ τήν Ορθόδοξη πίστη τό εικόνισμα είναι ένας τόπος Θείας Παρουσίας(…). Η τελετή, μέ τήν οποία ευλογείται τό εικόνισμα τού Χριστού, ιδρύει ένα δεσμό μεταξύ αυτού καί τού πρωτοτύπου του(…) Μετά πού θά ευλογηθεί τό εικόνισμα τού Χριστού, γίνεται εφικτή μιά μυστηριακή συνάντηση τού πιστού μέ τόν Χριστό. Τό ίδιο ακριβώς καί μέ τά εικονίσματα τής Παρθένου καί τών αγίων(…) Κάθε εικόνισμα, πού μέ τήν τελετή της ευλογίας έχει αποκτήσει τήν ολοκληρωμένη δυναμικότητά του, είναι –σάν ζήτημα- ένα θαυματουργό εικόνισμα».

Συντελέστηκε ολοκληρωτικά πιά στή συνείδηση τών πιστών ή συνταύτιση τής εικόνας μέ τό πρωτότυπό της. Καί μέ τήν ολοκληρωμένη του αυτή μορφή βρήκε τό δόγμα αυτό καί έμπρακτη εφαρμογή στή ζωή τών πιστών. Άρχισαν τώρα οι ιερείς στή Θεία Ευχαριστία νά τοποθετούν τόν άρτο πάνω στήν εικόνα τού Χριστού, από όπου έπρεπε νά τόν πάρει εκείνος, πού μεταλάμβανε, μέ τήν πεποίθηση ότι τόν έπαιρνε κατευθείαν από τά χέρια τού Χριστού. Μιά παρόμοια έμπρακτη εφαρμογή αυτού τού δόγματος διακήρυξε ο Θεόδωρος Στουδίτης, όταν μ’ ένα γράμμα του συνεχάρη τόν σπαθάριο Ιωάννη καί τόν εγκωμίασε θερμά, γιατί στή βάπτιση τού παιδιού του έφερε σάν ανάδοχο τήν εικόνα τού μεγαλομάρτυρα Δημητρίου καί τόν διαβεβαίωσε ότι μέσα στήν εικόνα ήταν ο ίδιος ο άγιος, πού δέχτηκε τό παιδί στήν αγκαλιά του: «συνήν ό μεγαλομάρτυς πνεύματι τή οικεία εικόνι τό βρέφος δεχόμενος».

Καμιά αμφιβολία δέν αφήνει ο Θεόδωρος Στουδίτης γιά τό πραγματικό νόημα τής διδασκαλίας του. Απορρίπτει κατηγορηματικά τήν άποψη ότι η χρήση τών εικόνων ήταν μιά παραχώρηση στούς απλούστερους καί ατελέστερους χριστιανούς γιά χάρη τής διαπαιδαγώγησης τους. Γράφοντας στόν Ιωάννη Γραμματικό τού εξηγεί ότι «προσκυνώντας τήν εικόνα προσκυνώ τόν ίδιο τόν Χριστό», διότι «ή εικόνα καί τό πρωτότυπο δέν μπορούν νά χωρισθούν» Καί ακόμα εντονότερα: «έν καί ταυτόν τή ομοιωτική υποστάσει ή εικών πρός τό εικονιζόμενον». Εφαρμόζοντας αυτή τήν αρχή στόν Ιησού Χριστό αποφαίνεται «ούκ άλλο τί έστιν ή τού Χριστού εικών ή Χριστός παρά τό τής ουσίας διάφορον». Καί ακολουθώντας τίς αρχές τού νεοπλατωνικού δόγματος, εφαρμόζει στήν εικόνα τήν προικοδότηση τού ορατού μέ τίς ιδιότητες τού αοράτου καί δέν διστάζει νά διαβεβαιώσει ότι ό ίδιος ό Θεός είναι μέσα στήν εικόνα: «ούτω καί έν τή εικόνι είναι τήν θεότητα ειπών τις ούκ άν αμάρτη τού δέοντος» (σημ. Σπορέα: Δηλαδή, έτσι και άν κάποιος πεί ότι η θεότητα είναι μέσα στήν εικόνα δέν αμαρτάνει). Εξωθεί μάλιστα τή διδασκαλία του γιά τήν ολοκληρωτική συνταύτιση τής εικόνας μέ τό πρωτότυπο μέχρι τό σημείο νά διακηρύξει ότι «δέν υπάρχει Χριστός, άν δέν είναι απεικονισμένος».

(Σημ. “Σπορέα”: Αυτό με την εικόνα του Χριστού ειπώθηκε αιώνες πρίν. Και στις μέρες μας δέν συνεχίζεται αυτή η παρεκτροπή; Ο αποθανών Χριστόδουλος προχώρησε και παραπέρα, και αντί της εικόνος του Χριστού, είπε τα λόγια:

“Δεν είναι δυνατόν να δούμε χριστιανικό ναό χωρίς την εικόνα της Δεσποίνης μας Θεοτόκου να μας υποδέχεται και να μας εισάγει στο Μυστήριον της σωτηρίας μας. Δεν είναι δυνατόν να προσευχηθούμε, δεν είναι δυνατόν να σκεφθούμε την Εκκλησία, χωρίς να αναφερθούμε σ’ Εκείνην…”)

Η περίεργη αλλά καί αναπόφευκτη κατάληξη αυτής τής εξέλιξης τής διδασκαλίας γιά τό αδιαχώρητο τής εικόνας από τό πρωτότυπο ήταν νά διακηρυχθεί ότι ή άρνηση τής προσκύνησης εικόνας είναι ταυτόσημη μέ άρνηση τής προσκύνησης τού ίδιου τού Χριστού. Γράφει ο Θεόδωρος Στουδίτης: «ής (εικόνος) μή προσκυνουμένης ανήρηται ωσαύτως καί τού Χριστού προσκύνησις». Τήν ίδια αυτή αρχή διακήρυξε μέ τρόπο ακόμα πιό κατηγορηματικό καί έντονο καί ό πατριάρχης Φώτιος: «Όποιος δέν προσκυνάει τήν εικόνα τού Χριστού, τόν ίδιο τόν Χριστό δέν προσκυνάει, παρόλο που νομίζει ότι τόν προσκυνάει». Δύσκολα θα μπορούσε νά γίνει επισημότερη καί κατηγορηματικότερη διακήρυξη ότι διάκριση μεταξύ τής προσκύνησης τής εικόνας καί τής λατρείας της στήν πραγματικότητα δέν υπάρχει. Όχι μόνο αυτό, αλλά καί «Χριστομάχος» κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη είναι όποιος δέν προσκυνάει τήν εικόνα τού Χριστού.

Οι συνέπειες γιά όσους θά αρνιόνταν νά προσκυνήσουν τήν εικόνα τού Χριστού θά είναι πολύ βαριές, καί γιά όλη τήν αιωνιότητα, γιατί άν πεθάνουν πρίν απαρνηθούν αυτή τήν αίρεση, «έν μερίδι απωλείας ώχοντο (…) κάν χριστιανοί ονομάζονται». Τό τρομερό αυτό τέλος, πού περιμένει εκείνον, πού αρνιέται νά προσκυνήσει τήν εικόνα τού Χριστού, μέ επίσημο πιά τρόπο διακηρύχθηκε από τήν 4η Σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως, στό έτος 870, μέ τόν 3ο κανόνα της: «Όποιος λοιπόν δέν προσκυνάει τήν εικόνα τού Σωτήρος Χριστού, δέν θά δεί τήν μορφή Του στή Δευτέρα Παρουσία».

( Παρέμβαση του «Σπορέα» ): Του λόγου τό αληθές, ότι, ο μή προσκυνών εικόνες δέν θα δεί την μορφή του Χριστού, το αντιγράφω απ’ ευθείας από τον Mansi: 16’ 400.

«Τήν ιεράν εικόνα τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ομοτίμως τή βίβλω τών αγίων ευαγγελίων προσκυνείσθαι θεσπίζομεν. ώσπερ γάρ διά τών εμφερομένων έν αυτή συλλαβών τής σωτηρίας επετυγχάνουσιν άπαντες, ούτω διά τής τών χρωμάτων εικονουργίας καί σοφοί καί ιδιώται πάντες τής ωφελείας έκ τού προχείρου παραπολαύουσιν. άπερ γάρ ό έν συλλαβή λόγον, ταύτα καί ή έν χρώμασι γραφή καταγγέλλει τε καί παρίστησιν. εί τις ούν ού προσκυνεί τήν εικόνα τού σωτήρος Χριστού, μή ίδη έν τή δευτέρα παρουσία τήν τούτου μορφήν. ομοίως δέ καί την εικόνα τής αχράντου μητρός αυτού, καί τάς εικόνας τών αγίων αγγέλων, καθώς αυτούς χαρακτηρίζει διά τών λογίων ή αγία γραφή, καί προσέτι τών αγίων πάντων, καί τιμώμεν καί προσκυνώμεν. καί οί μή ούτως έχοντες ανάθεμα έστωσαν».

Συνεχίζουμε με το κείμενο του Χατζηαντωνίου.

Τό ότι καμιά απολύτως διάκριση δέν κάνουν οί θεολόγοι τής εικονολατρικής παράταξης μεταξύ τής «προσκύνησης» τών εικόνων καί τής «λατρείας» τους είναι καταφανές. Όχι μόνο γιατί στά παραπάνω συγγράμματά τους μεταχειρίζονται εναλλακτικώς καί χωρίς διάκριση τούς δύο αυτούς όρους, αλλά καί διότι ή τέλεια κατάλυση κάποιας διάκρισης επιβεβαιώνεται με αλγεινή σαφήνεια από αυτό τό ίδιο τό περιεχόμενο τής διδασκαλίας τους, στήν οποία δέν διστάζουν νά συνταυτίσουν τόν Χριστό μέ τήν εικόνα Του. Λέει ο Λόγος τού Θεού: «Όπου λείψει ή όραση, ό λαός διαφθείρεται». Έλειψε δυστυχώς ή πνευματική όραση από τήν θρησκευτική ηγεσία εκείνων τών αιώνων καί τό αποτέλεσμα ήταν ό εκφυλισμός τής λατρευτικής ζωής τού λαού. (…) Ύστερα από τή διδασκαλία τών θρησκευτικών ηγετών, όπως αυτή έχει εκτεθεί παραπάνω, είναι περίεργο ότι «διεφθάρη» τού λαού ή λατρευτική ζωή;

************

Αυτό είναι φίλοι μας το κείμενο, το οποίο θα κάνουν καλά να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ότι την εικόνα δέν την λατρεύουν αλλά απλά την προσκυνούν τιμητικά. Η ειδωλολατρεία εισχώρησε –ελέω διαβόλου– στην θρησκευόμενη Εκκλησία και κατά συνέπεια ο πιστός εσφαλμένα νομίζει ότι δέν είναι ειδωλολάτρης και πέφτει στην καταδίκη του Θεού.

Μεγαλύτερη όμως καταδίκη έχουν οι ηγέτες τους, οι οποίοι: «κρατούν τήν αλήθεια εν αδικία»

 
Γιώργος Οικονομίδης
“Σπορέας”

Διαβάστε επίσης:

ΜΑΡΙΑΜ, η… Θέαινα – ΜΑΡΙΟΛΑΤΡΕΙΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ