Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ [Διάλογος Βραβοσσυνού – Χαραλαμπάκη]

Filed under ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Μια Βιβλική τοποθέτηση του κ. Στυλιανού Χαραλαμπάκη στα παρακάτω ερωτήματα ενός καθηγητή, που θα πρέπει να προσέξει ο κάθε καλοπροαίρετος ερευνητής της αλήθειας. Δημοσιεύεται από τον “sporeas.gr” κατόπιν ευγενικής αδείας του συγγραφέα.

 

Ο Καθηγητής των μαθηματικών κ. Χρήστος Βραβοσσυνός με ερωτά και επιθυμεί να τον πληροφορήσω αν είναι σωστό να προσκυνούνται οι Άγιοι και να επικαλούνται τις μεσιτείες τους οι χριστιανοί. Ευχαρίστως να σας απαντήσω κ. Βραβοσσυνέ.

 

Χρ. Βραβοσσυνός: κ. Χαραλαμπάκη, ο θρησκευόμενος λαός δίδει μεγάλη σημασία στις εορτές των Αγίων, στους οποίους τρέχει και προσκυνά, επικαλείται τις μεσιτείες τους και από τους οποίους περιμένει βοήθεια και προστασία, σε τέτοιο σημείον, που καλύπτεται το Όνομα και το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Επιθυμώ, λοιπόν, να μου πείτε πως έβλεπε τους Αγίους η πρωτοχριστιανική Εκκλησία, σε ποιά θέση τους τοποθετούσε στο σώμα της κοινότητος και πότε ξεκίνησε αυτή η συνήθεια;

Στυλ. Χαραλαμπάκης: Ευχαρίστως να σας απαντήσω κ. Βραβοσσυνέ. Στο βιβλίον μου “ΤΑ ΑΝΑΠΟΔΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ” αναφέρομαι με λεπτομέρειες στο θέμα αυτό. Παρά του ότι θα μπορούσα να σας παραπέμψω εκεί, θα σας δώσω μερικές, περιληπτικές, έστω, απαντήσεις.

Ανθρώπους σωστούς, αναγεννημένους, αγίους, τους οποίους κατήρτισεν ο Ιησούς Χριστός, εχρησιμοποίησεν ως όργανα Του, για να στρώσει τις αχαλίνωτες συνθήκες της ζωής σε καταστάσεις λογικές, ώστε η ανθρώπινη πορεία να είναι, “όπως εις τον ουρανόν και επί της γης”.

Η νέα αυτή κοινωνία με τα αναγεννημένα μέλη της πήρε το χαρακτηριστικόν όνομα Εκκλησία του Χριστού, και “παρέμεναν προσηλωμένοι με πιστότητα στην διδασκαλία των Αποστόλων” (Πράξεις: Β’ 42). Αυτή η πληροφορία βρίσκεται στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση.

Η μαρτυρία που απέδιδαν αυτοί οι άνθρωποι στους διώκτες, πολέμιους των Χριστιανών, ήταν η εξής: “Τον Χριστόν δεν εγκαταλείπουμε ποτέ… Αυτόν μόνο σεβόμεθα και σαν Υιόν του Θεού προσκυνούμε, τους δε μάρτυρες και Μαθητές του Κυρίου απλώς αγαπούμε ένεκα της πίστεως τους”.

Με το πέρασμα όμως των ημερών, μετά τον 4ον αιώνα, που ξεκίνησε η εκκλησιαστική παρακμή, όπως ήταν φυσικό, δεν διατηρήθηκε η ίδια γραμμή. Αυτό βεβαιώνουν και οι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι. Ας τους ακούσουμε:

“Γνωρίζομεν, ότι απο του 4ου αιώνος, η προς τους μάρτυρας και τα λείψανα αυτών τιμή λαμβάνει ουσιώδη εξέλιξιν”.

Άνθρωποι με παχυλή άγνοια και τυφλό φανατισμό άλλαξαν την θεόπνευστη γραμμή της Εκκλησίας. Αυτούς τους ανθρώπους χαρακτηρίζουν ορθόδοξα κείμενα (Δ. Καλλίμαχος) “αποστόλους του πνευματικού σκότους”.

Αυτοί άλλαξαν το πολίτευμα της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι αυτοί, λοιπόν, με την παχυλή άγνοια, υπέθεσαν, ότι οι άγιοι μεσιτεύουν για όσους αμαρτωλούς τους προσκυνούν.

Έτσι, λανθασμένα απέδωσαν στους αγίους θεϊκές ιδιότητες και προσόντα, φυσικά, λογικά και ηθικά, που μπορούν δήθεν να εξασκούν με τις σχέσεις τους μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Δηλαδή τους απέδωσαν πανταχού παρουσία, και παντοδυναμία, παγγνωσία και πανσοφία κ.λ.π. Σε όλα αυτά όμως, είναι κάτοχος μόνο ο Θεός. Δια της μεσιτείας και της επικλήσεως των αγίων, υποκλέπτονται απο Εκείνον και αυτομάτως αποδίδονται στους θνητούς ανθρώπους.

Ο Κύριος εδήλωσε σαφώς ότι: “Εγώ θα είμαι μαζί σας πάσας τας ημέρας” (Ματθαίος: ΚΗ’ 20).

Δεν είπε ότι θα είναι και η Μητέρα μου ή κάθε πιστός άγιος, που θα φύγει απο την επίγεια ζωή, για τους ουρανούς.

Από όλα τα αρχαία κείμενα της αρχεγόνου πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας, γνωρίζομεν ότι, οι χριστιανοί χαρακτήριζαν ως σκεύη εκλογής του Θεού και ήρωες της πίστεως, αυτούς που μαρτύρησαν υπέρ του Ονόματος του Ιησού Χριστού.

Τους ήρωες αυτούς, οι οποίοι ως εκ της πίστεως και του μαρτυρίου των ανυψώθηκαν σε κάποια θεία μεγαλοπρέπεια, είχαν ως υποδείγματα και πρότυπα παραδειγματισμού. Η τιμή αυτή είναι σωστή και ο σεβασμός απαραίτητος. Τον συνιστά η Αγία Γραφή.

Δεν λέγει όμως ότι μπορούμε να τους έχομε ως πρεσβευτές, μεσίτες και αντιλήπτορες.

Μας τους παρουσιάζει ως αντικείμενα σεβασμού και ως υποδείγματα προς μίμηση και συγχρόνως μας πληροφορεί ότι πρέπει να αποβλέπομε μόνον “προς τον Ιησούν, τον αρχηγόν και τελειωτή της πίστεως” (Εβραίους: ΙΒ’ 1-2, ΙΓ’ 7).

Η πρωτοχριστιανική αρχέγονη Εκκλησία αυτό έκανε. Η θεολόγος φωνή της Εκκλησίας εκείνης ήταν: “Ούτε αγγέλους επικαλείται, ούτε μάντεις ή άλλα παράδοξα μέσα χρησιμοποιεί η Εκκλησία, αλλά με καθαρότητα και φανερά απευθύνει προσευχές εις τον Κύριον, τον Δημιουργόν του κόσμου και στις προσευχές της επικαλείται (μόνον) το Όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού” (Ειρηναίος: Κατά Αιρέσεων, τόμος Β’).

Τον 5ον αιώνα ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος διεκήρυξε με σαφήνεια και είπε: “Ούτε θεούς έχομε τους αγίους, ούτε συνηθίζομε να τους προσκυνούμε, αλλά σχετικά τους σεβόμεθα και τους τιμούμε”.

Ο Επιφάνιος, επίσκοπος Σαλαμίνος Κύπρου, ένας απο τους μεγαλύτερους αντιαιρετικούς συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας του 4ου αιώνος, αντέκρουσε με θεϊκό ζήλο την πλάνη αυτή και διετράνωσε την αλήθεια της προσκυνήσεως, λατρείας και μεσιτείας μόνο στον Χριστό και με αγανάκτηση βροντοφώνησε την απαγόρευση της προσκυνήσεως και μεσιτείας των αγίων και είπε: “Πέραν του δέοντος δεν επιτρέπεται να τους τιμάμε, αλλά να τιμούμε τον δεσπότη Χριστόν” (Κατά Αιρέσεων: Τόμος Α’ 1055).

Η θεολόγος φωνή εκείνων των χρόνων ήταν: “Η προσκύνηση προς τους αγίους είναι διαβολικόν ενέργημα και πνεύματος ακαθάρτου διδασκαλία”.

Σε παρόμοια ανάγκη, αγωνιζόμενος κατά του Αρείου, βρέθηκε και ο Μέγας Αθανάσιος. Ερμηνεύοντας το χωρίον της Αποκαλύψεως (κεφ: ΙΒ’10) είπε τα εξής: “Ο άγγελος απαγορεύει στον Ιωάννη που επιθυμούσε να τον προσκυνήσει… Άρα η προσκύνηση ανήκει μόνο στον Θεό. Τούτο ξέρουν και οι άγγελοι… ότι είναι κτίσματα και δεν είναι προσκυνητέοι, αλλά προσκυνούντες τον Κύριο των πάντων” (Λόγος Β’ κατά Αρείου, Α’ 491).

Ύστερα, λοιπόν, απ’ αυτές τις αρχαίες και αδιάψευστες μαρτυρίες της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως των πρώτων αιώνων, είναι φανερόν ότι η Εκκλησία που χρησιμοποιεί τα προσκυνήματα και τις μεσιτείες των αγίων, δεν είναι αιρετική;

Χρ. Βραβοσσυνός: Λογική η ερώτηση που κάνατε κ. Χαραλαμπάκη. Οι εξηγήσεις σας αυτές είναι πάρα πολύ διαφωτιστικές και οι απαντήσεις σας κλείνουν το στόμα των αντιφρονούντων. Θα ήθελα επί πλέον να σας ρωτήσω αν υπάρχουν και άλλες πηγές που δεν επιτρέπουν την προσκύνηση και μεσιτεία των αγίων και της Μητέρας του Ιησού Χριστού.

Στυλ. Χαραλαμπάκης: Να σας πω κ. Χρήστο. Στις Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 10: 25-26, βλέπομε τον Απόστολο του Χριστού Πέτρο, να μη δέχεται την προσκύνηση απο τον Ιταλό Αξιωματικό Κορνήλιο, αλλά με αυστηρότητα να του λέγει: “Σήκω επάνω, διότι και εγώ είμαι άνθρωπος, όπως είσαι και σύ”. Στο ίδιο βιβλίον της Καινής Διαθήκης, κεφ. 14: 8-18, βλέπομε τους Αποστόλους Βαρνάβα και Παύλο να σχίζουν τα ρούχα τους, όταν οι κάτοικοι των Λύστρων ήθελαν να τους προσκυνήσουν και να λέγουν: “Άνδρες, τι είναι αυτά που κάνετε; Και εμείς είμεθα άνθρωποι όπως είσθε και σεις”.

Έτσι βλέπομεν ότι οι Απόστολοι του Χριστού εξεδήλωσαν την αντίθεσή τους και δεν θέλησαν να δεχτούν προσκυνήματα, διότι ήξεραν ότι η προσκύνηση ανήκει μόνο στον Θεό.

Τα ίδια ισχύουν και για τους αγγέλους, όπως ανέφερα λίγο πριν. Η αιρετική διδασκαλία αγγελολατρείας υποστηρίζει ότι: “Τους αγγέλους πρέπει να επικαλούμεθα σε βοήθεια και μεσιτεία προς τον Θεόν, καθόσον είμεθα ανάξιοι να πλησιάζομε απ’ ευθείας τον Θεόν”.

Την αιρετική αυτή διδασκαλία αντιμετώπισε η Σύνοδος της Λαοδικείας το έτος 364 μ.Χ. και με τον 35ον Κανόνα την καταδίκασε και την ονόμασε “Απόκρυφον ειδωλολατρείαν” (Πηδάλιον Νικοδήμου, σελ. 353 και Χριστιανική Αρχαιολογία Νικ. Καλογερά, σελ. 280-284).

Τι να πούμε, λοιπόν, για την απόφαση αυτή της Συνόδου και τι να υποθέσομεν για τις κατόπιν αποφάσεις εκείνων που ασέβησαν και παραγκώνισαν τον Κανόνα αυτόν και εθέσπισαν και εδογμάτισαν την προσκύνηση των αγίων και των αγγέλων; Αυτοί δεν είναι αιρετικοί;

Χρ. Βραβοσσυνός: Όλα αυτά έχουν, ασφαλώς, δυσμενείς συνέπειες στην όψη της εκκλησίας και στο πολίτευμα της, διότι παρουσιάζουν αντιχριστιανικές θέσεις και εχθρικές διδασκαλίες. Μπορείτε να μου πείτε σεις, απο μέρους σας ορισμένα σημεία, που τοποθετούνται στις δυσμενείς συνέπειες, από Βιβλικής πλευράς;

Στυλ. Χαραλαμπάκης: Ευχαρίστως, ακούστε με. Η προσκύνηση, μεσιτεία και επίκληση των αγίων στηρίχθηκε σε σάπια θεμέλια, σε ψευδεπίγραφα κείμενα και νόθα βιβλία που αντιστρατεύονται τις θεόπνευστες διακηρύξεις της Βίβλου, διότι:

  1. Παραγκωνίζει το θεόπνευστο πολίτευμα της Εκκλησίας.
  2. Μειώνει το μεσιτικό Υπούργημα του Ιησού Χριστού.
  3. Υποκλέπτει και αποδίδει τις θεϊκές ιδιότητες σε θνητούς ανθρώπους, τις οποίες ως εκ της φύσεώς του έχει μόνον ο Θεός.
  4. Προσφέρει ψευδείς ελπίδες στο πλήρωμα της Εκκλησίας.
  5. Ταλαιπωρεί τον λαό να τρέχει στους διαφόρους αγίους και αγγέλους, για να λάβει βοήθεια απ’ αυτούς που δεν διαθέτουν.
  6. Αυξάνει την εμπορία των καπήλων της θρησκείας.
  7. Μειώνει την θεολογική επιστήμη, και
  8. Επιτρέπει να υπεισέρχονται ακάθαρτα πνεύματα στην λατρεία με εμφανίσεις σατανικών πνευμάτων, που μεταμορφώνονται σε αγίους, για να στρέψουν τον λαό στην ειδωλολατρεία.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτές τις πληροφορίες, διότι μαρτυρούνται απο την αυθεντική πηγή την Αγία Γραφή, την Ιερά Παράδοση, την Ιστορία και την αρχαιολογία. Η Βίβλος λέγει: “Είς γαρ Θεός, είς και μεσίτης Θεού και ανθρώπου, άνθρωπος Ιησούς Χριστός” (Α’ Τιμόθεον: Β’ 5). Ερμηνεύοντας το χωρίον αυτό γραμματικώς, παρατηρούμε τα εξής:

Το “Είς” είναι αριθμητικό απόλυτο. Αυτό σημαίνει, ότι κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα ή την εξουσία να χρησιμοποιεί το υπούργημα της Μεσιτείας ή να λάβει την θέση του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι ο μοναδικός Μεσίτης της Καινής Διαθήκης (Εβραίους: Η’ 6, Θ’ 15, ΙΒ’ 24).

Αυτή ήταν και η θεολογική φωνή μέχρι του 5ου περίπου αιώνος: “Η τιμή προς τους αγίους, και η προσκύνηση προς τον Θεό”. Ποιός μπορεί να το διαψεύσει; Οι δηλώσεις του Ιησού Χριστού είναι σαφείς: “Ότι ζητήσετε απο τον Πατέρα στο Όνομα μου θα το λάβετε” (Ιωάννης: ΙΔ’ 13-15, ΙΕ’ 16, ΙΣΤ’ 23). “Ελάτε σε μένα όλοι…” (Ματθαίος: ΙΑ’ 28). Αυτό σημαίνει ότι όσοι δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους αυτές τις δηλώσεις είναι αιρετικοί.

Αμαυρώνουν και την θεολογική τους κατάρτιση. Όμως με την παχυλή άγνοια εμόρφωσαν οι αμόρφωτοι τον αμόρφωτο λαό. Οι θεολόγοι καθηγηταί των Πανεπιστημίων τα ξέρουν, αλλά εσκεμμένως τα αποκρύπτουν, διότι η επαγγελματική τους θέση δεν τους επιτρέπει να τα αποκαλύψουν. Η εσκεμμένη αυτή κάλυψη της θεϊκής αλήθειας, ώθησε τον αμαθή λαό να προσηλώνει τις ελπίδες του σε πρόσωπα που δεν έχουν καμιά ικανότητα να ανταποκριθούν στις επικλήσεις τους και τα αιτήματα τους. Έτσι προσβάλουν το μεσιτικόν έργον του Ιησού Χριστού.

Οι αναρμοδίως αρμόδιοι ιερείς, αρχιερείς και καθηγηταί άφησαν αθεράπευτη μέχρι κωμικότητος τη μεσιτική θέση του Χριστού, δημιούργησαν ειδική υπηρεσία μεσιτείας ορισμένων αγίων, και μετωχέτευσαν ολόκληρο το σύστημα των ειδικών ειδωλολατρικών θεών και θεαινών της αρχαίας Ελλάδος, τους οποίους εξειδίκευσαν στις ανάγκες τους, όπως τον Νικόλαον ως τον θεόν της θαλάσσης Ποσειδώνα, τον Μηνά ως τον Ερμή, την Βαρβάρα για τις λοιμώδεις αρρώστιες και προστάτιδα του πυροβολικού, τον ανύπαρκτο Φανούριο για να προμηθεύει γαμπρούς και νύμφες, τον Ελευθέριον για να ελευθερώνει τις γυναίκες στη γέννα, τον Τρύφωνα για τους γεωργούς, τον Μόδεστον ως κτηνοκόμον, τον Βαλεντίνο και τον Σίλβεστρο για τους ερωτευμένους, τον αρχάγγελο Μιχαήλ ως προστάτη των τραπεζικών, τον Στυλιανό ως προστάτη των νηπίων, τον Πορφύριο ως προστάτη των ηθοποιών, τον Γεώργιο ως προστάτη του στρατού, την Γερτρούδη για την εξόντωση των ποντικών (αντί γάτας). Ο Χριστός που θυσιάστηκε για να είναι ο Σωτήρας του κόσμου, είναι σε δεύτερη θέση. Δεν τους χρειάζεται. Τον έκλεισαν έξω. Όλοι λοιπόν αυτοί, αν δεν είναι αιρετικοί, τί άλλο μπορεί να είναι;

Οι Πατέρες και απολογηταί του χριστιανισμού των πρώτων αιώνων, δεν διατύπωσαν ποτέ τέτοιες ανοησίες. Όχι μόνον, αλλά και αρκετοί διάσημοι Πατέρες της Εκκλησίας με αυστηρότητα κατεδίκαζαν κάθε προσπάθεια ιδρύσεως ναών στο όνομα αγγέλων (Χριστιανική Αρχαιολογία Νικ. Καλογερά, σελ. 282).

Μετά τον 5ον αιώνα που είχε αρχίσει η εκκλησιαστική παρακμή, παρουσίαζαν οι απόστολοι του πνευματικού σκότους, το ψευδεπίγραφο βιβλίον του ψευδο-Διονυσίου, το οποίον αναφέρει την βλάσφημη διδασκαλία, ότι “και αυτός ο Χριστός υπετάσσετο εις τους αγγέλους”. Ενώ, όπως λέει η Βίβλος, “Άγγελοι προσήλθον και διηκόνουν αυτόν” (Ματθαίος: Δ’ 11).

Οι Πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι υποστηρίζοντες την μεσιτεία, προσκύνηση και επίκληση των αγίων, της Θεοτόκου και αγγέλων, ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνία με τους ζώντες αδελφούς τους και επομένως είναι προστάτες τους, ερευνητές της ζωής τους και των πράξεων. Ένεκα τούτου πρεσβεύουν και τους βοηθούν. Ενώ σε άλλη περίπτωση, επειδή απο ιστορική ανάγκη δεν μπορούν να αποφύγουν την αλήθεια, σημειώνουν ρητώς: “Η υπέρ της στρατευμένης Εκκλησίας πρεσβεία των αγίων, δεν διδάσκεται εν τη Αγία Γραφή”. Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί αυτές οι φάσεις και αντιφάσεις;

Πληροφορούνται οι Άγιοι;

Χρ. Βραβοσσυνός: Είναι αλήθεια κ. Χαραλαμπάκη, ότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτές τις αλήθειες. Όμως οι Ορθόδοξοι επικαλούνται την περίπτωση της χαράς που γίνεται στον ουρανό, όταν κάποιος αμαρτωλός μετανοήσει και συμπεραίνουν ότι οι άγιοι ξέρουν τις ανάγκες των πιστών επί της γης και μεσιτεύουν γι’ αυτούς.

Στυλ. Χαραλαμπάκης: Ακούσετε κ. Βραβοσσυνέ. Ορθόδοξοι είμεθα και μείς. Εξαρτάται όμως αν η Ορθοδοξία μας έχει την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, για να είναι σε σωστή γραμμή ή σε λανθασμένη πορεία. Το επιχείρημα αυτό είναι πολύ σοβαρό, αν πληροφορούνται ή όχι οι άγιοι. Ευτυχώς που ο Θεός δεν μας άφησε σε σκοτεινή αβεβαιότητα. Η Βίβλος δίδει την απάντηση: “Οι νεκροί δεν γνωρίζουσιν ουδέν” (Εκκλησιαστής: Θ’ 5).

Οι αντιφρονούντες επικαλούνται την πληροφορία της χαράς που αισθάνονται οι άγγελοι όταν ένας αμαρτωλός μετανοήσει (Λουκάς: ΙΕ’ 7, 10) και συμπεραίνουν ότι τόσον οι άγγελοι, όσον και οι άγιοι γνωρίζουν τις πράξεις και την ζωή των επιζώντων αδελφών. Το Ευαγγέλιον όμως ομιλεί μόνον περί αγγέλων, δεν κάνει λόγον περί αγίων. Πληροφοριοδότης είναι Αυτός ο Κύριος Ιησούς, που λέγει: “… θα ομολογήσει… ενώπιον των αγγέλων του Θεού” (Λουκάς: ΙΒ’ 8-9).

Κατά την Βιβλική πληροφορία οι ψυχές των αγίων βρίσκονται στην ανάπαυση, αλλά χωρίς δράση και ενέργεια: “Δίκαιος εάν φθάσει τελευτήσαι εν αναπαύσει έσται” (Σοφία Σολομώντος: Δ’ 7). Εφ’ όσον το σχέδιο του Θεού είναι για έναν μεσίτη, “Είς γαρ Θεός είς και μεσίτης”, αποκλείεται κάθε παρέμβαση και μεσιτεία, είτε περί ελέους πρόκειται, είτε περί τιμωρητικής κρίσεως. Η Δικαιοσύνη του Θεού είναι ανεπηρέαστη. Αλλά και άν υποθέσωμεν ότι κατά κάποιον τρόπο πληροφορούνται οι άγιοι τα τεκταινόμενα επί της γης, η Αγία Γραφή πουθενά δεν υποστηρίζει αναζήτηση πνευματικής – προσωπικής σχέσεως των ζωντανών πιστών με τους κεκοιμημένους πιστούς – αγίους. Η μόνη πνευματική – προσωπική σχέση που επιτρέπει, είναι με τον ζώντα Θεόν. Το αντίθετο είναι πνευματισμός, έμμεση σατανολατρεία.

Όταν κατά το τέλος του 4ου αιώνος μια ομάδα γυναικών έκανε χρήση ιδιαιτέρων προσκυνηματικών – λατρευτικών τύπων, η υγιαίνουσα τότε ποιμένουσα Εκκλησία, δια του Επισκόπου Επιφανίου με αυστηρότητα κατεδίκασε την ενέργεια αυτή των γυναικών. Αυστηρά απαγόρευε και απέκλειε την μεσιτεία και προσκύνηση προς την Μαρία: “Να σταματήσει αυτή η πλάνη των πεπλανημένων… κανείς να μη προσφέρει τίποτα στο όνομα της… Είναι άγιον το σώμα της… αλλά δεν μας δόθηκε να το προσκυνούμε… Όποιος την προσκυνά κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του… Σε τιμή να έχομε την Μαρία… κανείς να μην την προσκυνά”.

Μέχρι τον 5ον αιώνα, η θεολόγος φωνή της Εκκλησίας, άλλοτε σιωπά, άλλοτε αγνοεί και άλλοτε απαγορεύει την μεσιτεία και προσκύνηση προς την Μητέρα του Κυρίου. Την έλλειψη αυτή των πληροφοριών συμπλήρωσαν “οι απόστολοι του πνευματικού σκότους” με τα ψευδεπίγραφα και νόθα βιβλία: Το “Πρωτευαγγέλιον” του Ιακώβου, το “Περί θείων ονομάτων”, το “Ευαγγέλιον” του ψευδο-Ματθαίου, του ψευδο-Θωμά, του ψευδο-Πέτρου και το “Αραβικόν ευαγγέλιον”. Σ’ αυτά μετά λύπης μου έχω και εγώ να πω: Χαίρε βάθος αμέτρητον.

ΤΟ ΛΟΓΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο Ελεήμων Θεός έστειλε τον Ιησού Χριστό και ανέλαβε το πρόβλημα του ανθρώπου και το έλυσε. Τακτοποίησε όλες τις προϋποθέσεις, για να γίνει ικανός ο άνθρωπος να φθάσει στο στόχο του. Εκείνον έθεσεν ως μεσίτη. Μέσω Εκείνου προσκαλείται ο άνθρωπος να λάβει άφεση και σωτηρία. Ως “ζηλότυπος” ο Θεός άνοιξε μόνον Αυτός την αγκαλιά Του και δέχεται κάθε αμαρτωλό. Άνοιξε την καρδιά Του, για να χορηγεί έλεος και βάλσαμο παρηγοριάς. Άνοιξε όλο το πλήρωμα της αγάπης Του και έστειλε τον Υιόν Του “ώστε πας ο πιστεύων να μη απολεσθεί αλλά να έχει ζωήν αιώνιον” (Ιωάννης: Γ’ 16).

Πέραν αυτών όμως, πρέπει και η κρατική Εκκλησία να αποφασίσει να αναθεωρήσει το εκκλησιαστικό πολίτευμα της στις αρχέγονες ορθόδοξες θέσεις. Έτσι θα γνωρίζει το πλήρωμα της ποιόν να λατρεύει και ποιόν να τιμά.

Αισθάνομαι την απόλυτη ανάγκη να επαναλάβω τα λόγια της θείας Γραφής στους αδιάφορους, στους καλλιεργητές της πλάνης και στους άλλους που βρίσκονται στην άγνοια: “… γνωρίζετε σε τι καιρόν ζούμε. Είναι ώρα να ξυπνήσετε… Η νύχτα επροχώρησε. Η ημέρα του Κυρίου πλησίασε. Ας πετάξομε τα έργα του σκότους και ας οπλισθούμε με τα μέσα του φωτός… όχι πλέον έριδες, φθόνους και ζηλοτυπίες, αλλ’ ενδυθείτε τον Κύριον Ιησούν” (Ρωμαίους: ΙΓ’ 11-14).

(Περισσότερα επί του θέματος στο βιβλίο “ΤΑ ΑΝΑΠΟΔΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ” του Στυλιανού Χαραλαμπάκη)

 

Αυτός που πονεί για σας,

ΣΤΥΛ. Ι. ΧΑΡΑΛΑΜΠΑΚΗΣ

Σολωμού 4,

ΔΙΟΝΥΣΟΣ – ΑΤΙΚΚΗΣ 145 76

τηλ: 210- 6211019

 
Επιμέλεια κειμένου
Γιώργος Οικονομίδης
“sporeas.gr”
 

Πρώτη σημοσίευση 14/07/2007

Δεύτερη δημοσίευση 30/09/2012

 
 

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ