Ο ξυπόλητος Ιησούς και οι… «αντιπρόσωποι» Του!

του Γιώργου Οικονομίδη

Το πρωτότυπο βρίσκεται αριστερά, και τα αντίγραφα δεξιά.

Οποιαδήποτε σχέση και να υπάρχει, είναι μόνο… συμ-πτωμα-τική!!!

 

Μη σας ξεγελά ο ισχυρισμός του ιερατείου, ότι οι στολές τους μοιάζουν με του Χριστού -έτσι όπως Τον απεικονίζουν με… άμφια-, διότι αντιθέτως, “κατάφεραν” να κάνουνε τον Χριστό να μοιάζει… μ’ αυτούς!!!

Ο Ιησούς (παραστατικά), με το “στέμμα” Του φτιαγμένο από αγκάθια, που οι Ρωμαίοι στρατιώτες του φόρεσαν, για να τον ειρωνευτούν, και δεξιά ο νομιζόμενος “αντιπρόσωπος’ Του, με το δικό του βασιλικό στέμμα, που η αξία του θρέφει πολλά φτωχά παιδιά, και για πολλά χρόνια.

Και όλα αυτά εις βάρος του αφελή και αμαθή λαού. ΓΙΑΤΙ;

Ο Κύριος μας και Θεός μας (Ιωάννης: κ΄28) που οι Ρωμαίοι στρατιώτες με χλευασμό και εμπαιγμό, του έδωσαν το καλάμι σαν σκήπτρο παρουσιάζοντας Τον βασιλιά των Ιουδαίων, και δεξιά ο νομιζόμενος “αντιπρόσωπος” Του, με πραγματικό βασιλικό σκήπτρο παριστάνοντας τον βασιλέα, που τόσο βάναυσα ορέχτηκαν οι όμοιοι του από την εποχή του Βυζαντίου δίχως να κατακτήσουν την βασιλική εξουσία. Έτσι τώρα, μιμούνται τους βασιλείς και δεσπόζουν ενάντια στον Θεό και σε κάθε εθελοτυφλούντα.

Και όλα αυτά εις βάρος του αφελή και αμαθή λαού. ΓΙΑΤΙ;

Ο Κύριος για χάρη όλων μας θυσιάστηκε δίνοντας την ζωή Του, και με την ταπεινωτική στολή που του φόρεσαν παρίσταται μπροστά στον Πιλάτο για να δικαστεί. Οι εκ δεξιών με τις σκανδαλώδεις Βυζαντινές στολές τους “Εν χωρώ”, είναι οι Πιλάτοι του σήμερα, και δικάζουν ως αιρετικό κάθε έναν που δεν συμφωνεί με το κατεστημένο τους.

Και όλα αυτά εις βάρος του αφελή και αμαθή λαού. ΓΙΑΤΙ;

************

Βυζαντινοί Βασιλείς και ιερατείο

Σόι πάει το… βασίλειο

 Πρέπει να σημειώσουμε ότι, και η Ρωμαιοκαθολική παπική στολή έχει το πορφυρό χρώμα, και το χρώμα αυτό είχαν τα ενδύματα των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Και εκτός τούτου, τα λεγόμενα ιερατικά άμφια (που σημαίνουν βασιλικά ενδύματα), προέρχονται από το Ιουδαϊκό ιερατείο της Παλαιάς Διαθήκης το οποίο καταργήθηκε με τον ερχομό του Ιησού Χριστού, αφού Αυτός έγινε ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ και όλοι οι πιστοί Του ονομάζονται ιερείς, που προσφέρουν Πνευματικές θυσίες μπροστά στον Θεό (Α΄ Πέτρου: β’ 9). Διάβασε και την Προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου και θα μάθεις όλη την αλήθεια για το ιερατείο. ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΣΟΥ ΛΕΓΑΝΕ «ΠΙΣΤΕΥΕ ΚΑΙ ΜΗ ΕΡΕΥΝΑ». Τους πιστεύεις τώρα σε ότι σου λένε, η προτιμάς την έρευνα της Βίβλου; Σε συμφέρει το δεύτερο.

Χαίρομαι που ο Αρχιεπ. Χριστόδουλος έκανε νύξη περί σκανδαλισμού του ποιμνίου εξ΄ αιτίας της Βυζαντινής ενδυμασίας των ιεραρχών. ΜΑΚΑΡΙ να κάνη πράξη την δήλωση του αυτή, και το κυριότερο … να καταργήσει και το Ιουδαϊκό ιερατείο, της Παλαιάς Διαθήκης, που τόσο επίμονα το κατακρατούν οι αυτοαποκαλούμενοι ιερείς του Υψίστου, διότι ο Απόστολος Πέτρος Λέει για ΟΛΛΟΥΣ τους πιστούς: «…και σείς, ώς λίθοι ζώντες, οίκοδομείσθε οίκος πνευματικός, ΙΕΡΑΤΕΥΜΑ ΑΓΙΟΝ, δια να προσφέρητε πνευματικάς θυσίας, ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΥΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΔΙΑ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» (Α΄Πέτρου: β΄5).

************

Για το ίδιο, παρόν μας θέμα, αναδημοσιεύουμε παρακάτω, ένα ενδιαφέρον κείμενο από την Ιστοσελίδα [ΤΥΧΙΚΟΣ], και από την στήλη “Αλληλογραφία με τους αναγνώστες”, όπου σε ερώτηση-παρέμβαση του κ. Ν. Μαυρομάγουλου, δόθηκε και η απάντηση του ΤΥΧΙΚΟΥ.

Η υπέρβαση “ελαχίστων” επισκόπων

«Αγαπητοί φίλοι του Τυχικού, είναι προφανές ότι στο άρθρο σας “Τον πρόσεξε κανείς;” του τεύχους Νο 181, σελ. 3172, όπου παραθέσατε απόσπασμα από το βιβλίο μου: “Ευσεβοφάνεια και Εκκλησία”, από την ιστοσελίδα της ΟΟΔΕ, παρεξηγήσατε, όχι μόνο το δικό μου απόσπασμα, αλλά και του σεβασμιωτάτου επισκόπου Λαυρεωτικής, του οποίου επαναδημοσιεύσατε τον υπέροχο λόγο της χειροτονίας του.

Η άποψη του αποσπάσματος του βιβλίου μου αγαπητοί, δεν είναι υπέρ “της πολυτέλειας των επισκόπων” όπως γράφετε! Είναι η θέση της Χριστιανικής Εκκλησίας, για τη χρήση της Επισκοπικής αμφίεσης ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ, όπως ξεκάθαρα διατυπώνεται και στο απόσπασμα που παραθέσατε. Μάλιστα στο τέλος του αποσπάσματος που χρησιμοποιήσατε, γράφω ξεκάθαρα ότι: “Μετά όμως από τη Θεία Λειτουργία, ο επίσκοπος φοράει το ταπεινό μαύρο ράσο, θρηνώντας για τις αμαρτίες του.”

Αυτό δείχνει ότι το απόσπασμα αυτό, όχι μόνο δεν διαφωνεί με του σεβασμιωτάτου (όπως θέλετε να το παρουσιάσετε), αλλά συμφωνεί απόλυτα. Ή μήπως ο σεβασμιώτατος Λαυρεωτικής μετά την χειροτονία του δεν φοράει στέμμα, και δεν έχει επισκοπική ράβδο, και δεν κάθεται στον Επισκοπικό θρόνο κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας; Πρέπει λοιπόν να κατανοήσετε, ότι και ο σεβασμιώτατος ΑΛΛΑ ΕΝΝΟΟΥΣΕ, και όχι κάποια δήθεν διαφωνία για τη ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ λαμπρότητα του επισκοπικού αξιώματος.

Τόσο εκείνος, όσο και εγώ, σαφώς καταδικάζουμε την υπέρβαση ελαχίστων επισκόπων που στην ιστορία της Εκκλησίας είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”. Και σαφώς καταδικάζουμε την πολυτέλεια που επιδεικνύουν ΕΚΤΟΣ του λειτουργήματός τους. Και επίσης αντιλαμβανόμαστε ότι είναι δύσκολο για κάποιον που ασκεί την ταπείνωση, να “υποδυθεί” τη λαμπρότητα του Βασιλέως Χριστού ως εικόνα Του, και να προσφωνείται με τίτλους του Χριστού, και από το στασίδι να καθίσει στον επισκοπικό θρόνο. Και επίσης είναι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν να λαμβάνει έναν παχυλό μισθό αν ήταν πτωχός. Ουδέποτε όμως οποιοσδήποτε Χριστιανός διαφώνησε ή διαφωνεί με την επισκοπική αμφίεση στη Θεία Λειτουργία, όπου ο Επίσκοπος πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού”.

Με αγάπη Χριστού

Ν. Μαυρομάγουλος».

 

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ

Ο κ. Μ. με την επιστολή του καταδικάζει «την υπέρβαση ελαχίστων επισκόπων που στην ιστορία της Εκκλησίας είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”.» Άρα είναι κι αυτή μια επιπλέον –αν και έμμεση– “εξομολόγηση”, όπως εύκολα αντιλαμβάνονται “πάντες οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ”. Ας δούμε όμως δύο σημεία στην επιστολή του αγαπητού κ. Μ. που χρειάζονται διαφώτιση:

(1) Δυστυχώς δεν είναι «ελάχιστοι», οι επίσκοποι που στη ροή της ιστορίας «είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”». Η πραγματικότητα μαρτυρεί περί του αντιθέτου ο δε σημερινός προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας και οι περισσότεροι ιεράρχες της, τροφοδοτούν σχεδόν καθημερινά τα ΜΜΕ με ανάλογα δείγματα, πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε εμείς να μεταφέρουμε σ’ αυτές τις σελίδες. Θα αρκούσε ίσως να διαβάσει κανείς τα πρακτικά της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και τις κατά καιρούς δηλώσεις ιεραρχών, για να του φύγει κάθε απορία.

Η “φήμη” του εκάστοτε Πατριάρχη Αλεξανδρείας έχει ως εξής: «Πάπας και πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αιθιοπίας, πάσης γης Αιγύπτου και πάσης Αφρικής, Πατήρ Πατέρων, Ποιμήν Ποιμένων, Αρχιερεύς Αρχιερέων, τρίτος και δέκατος των Αποστόλων και Κριτής της Οικουμένης». Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι όλα αυτά τα παχιά –όσο και κενά περιεχομένου– λόγια, δείχνουν χριστιανική “σεμνότητα και ταπεινότητα”;

(2) Δεν είναι αλήθεια πως «Ουδέποτε οποιοσδήποτε Χριστιανός διαφώνησε ή διαφωνεί με την επισκοπική αμφίεση στη Θεία Λειτουργία, όπου ο Επίσκοπος πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού». Στο προκείμενο, –κι αυτό μπορούν να το κρίνουν οι αγαπητοί αναγνώστες– με τα επισκοπικά άμφια ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ. [Το ποιοι είναι οι “Χριστιανοί”, αφήνουμε να το πει ο Θεός, επειδή για άλλους μεν είναι ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, για άλλους είναι ΜΟΝΟ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, για άλλους ΜΟΝΟ ΟΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΙ, για άλλους είναι ΜΟΝΟ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, κ.ο.κ.

Επιπλέον, δεν στέκει ιστορικά ότι ο επίσκοπος ντύνεται έτσι επειδή «πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού». Αντίθετα, τα πολυτελή άμφια ήταν επί αιώνες άγνωστα στην Εκκλησία, [Καθ. Βλ. Φειδάς, Εγκυκλ. «Πάπυρος», λήμμα ΑΜΦΙΑ], όπως όμως δείχνει η εξέλιξη της εικονογραφίας, με τα ίδια άμφια που διάλεξαν οι ιεράρχες για τον εαυτό τους, με αυτά οι αγιογράφοι έφτασαν να ντύνουν και τον Χριστό (βλ. φωτο). Ο τύπος της εικόνας του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέα συναντάται στην ζωγραφική μετά την Άλωση και έχει αφετηρία κάποιο πρότυπο που είχε δημιουργηθεί στην Κρήτη κατά τον 15ο αιώνα (Χατζηδάκης 1997, σ. 67).[1]

 Είναι φανερό πως αντί να μοιάζει ο Επίσκοπος με τον Χριστό, έκαναν τον Χριστό να μοιάζει με τον Δεσπότη… (ή με τον Πάπα)… Το ίδιο είχαν κάνει προηγούμενα για τον εαυτό τους, που φρόντισαν να μοιάζει με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα ή τον βασιλιά των Φράγκων…

Για όποιον ενδιαφέρεται, παραθέτουμε στο τέλος σχετικές ιστοσελίδες της Δ/νσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και της Ελλαδικής Εκκλησίας. Από αυτές μεταφέρουμε εδώ μικρά μόνο αποσπάσματα λόγω χώρου:

«Oι πρώτες απόπειρες να διαφοροποιηθεί το ιερατικό ένδυμα από το λαϊκό πρέπει να αναχθούν στα τέλη του 4ου – αρχές 5ου αιώνα, εποχή κατά την οποία παρατηρούνται και οι πρώτες αντιδράσεις. O πάπας Σελεστίνος Α~, σε γράμμα του προς τους επισκόπους της περιοχής της Vienne και της Narbonne στη Γαλατία, εκφράζει, το 428, την αντίθεσή του στην καθιέρωση διαφορετικού ενδύματος για τους ιερωμένους. Ωστόσο, κείμενο του 3ου αιώνα αναφέρεται ήδη σε vestes sacralae, που η χρήση τους επιτρεπόταν μόνο μέσα στην εκκλησία, και μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν ήδη ιερατικά άμφια, αν και μορφολογικά δεν πρέπει να διαφοροποιούντο από τα κοινά ενδύματα. Oι όροι “σχήμα” και “στολή” αντίθετα, που, όταν συνοδεύουν επίθετο που αναφέρεται σε κοινωνική ομάδα, δηλώνουν ότι υπάρχει γι’ αυτήν στολή συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη από όλους, μόλις τον 6ο αιώνα εμφανίζονται στα κείμενα σε σχέση με τη φορεσιά των ιερωμένων. (…)

Aναφέρονται ειδικότερα ο σάκκος και η μίτρα, που χρησιμοποιούνται αρχικά από τον πατριάρχη και αργότερα από όλους τους επισκόπους, τα ψηλά καπέλα των ψαλτών αλλά και το σύγχρονο ράσο των ιερέων, που εισάγεται στο βεστιάριό τους μόλις την περίοδο της Tουρκοκρατίας και το “κόψιμό” του προσομοιάζει με τα πανωφόρια των αρχόντων της εποχής. (…)

H εικόνα διαφοροποιείται έντονα στην περίοδο της Tουρκοκρατίας, όταν ενδύματα με πλούσια, πολύχρωμα φυτικά κυρίως ή γεωμετρικά μοτίβα, ενυφασμένα ή κεντημένα, φαίνεται πως χρησιμοποιούνται ευρύτατα από ιερωμένους όλων των βαθμίδων. Περίτεχνα στολισμένα στιχάρια, φελώνια και σάκκοι εικονίζονται στις μεταβυζαντινές τοιχογραφίες του ελλαδικού χώρου, ενώ τα σωζόμενα ιερατικά, χρυσοκέντητα ή και με απλούστερες τεχνικές διακοσμημένα άμφια, μαρτυρούν ότι η Eκκλησία αποδέχεται πλέον την πολυτέλεια, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της διακοσμητικής εκζήτησης. (…)

O σάκκος, που έλκει τις ρίζες του στο αυτοκρατορικό βεστιάριο, αποτελεί σήμερα το κατεξοχήν αρχιερατικό άμφιο της Oρθόδοξης Eκκλησίας, μολονότι δεν εισήχθη στο βεστιάριό της παρά στην τελευταία βυζαντινή περίοδο. Aρχικά χρησιμοποιήθηκε ως πατριαρχικό ένδυμα. Aπό επισκόπους φοριέται από το 15ο αιώνα με βάση γραπτές πηγές. (…)

Aπό το αυτοκρατορικό βεστιάριο εισήχθη στο εκκλησιαστικό και ο μανδύας, που αναφέρεται ως ιερατικό ένδυμα από το 14ο αιώνα και έπειτα. (…) H μίτρα, τέλος, προέρχεται από το αυτοκρατορικό στέμμα, όπως αυτό διαμορφώνεται στα τέλη του 11ου αιώνα. Eίναι κυλινδρικό, συχνά με σφαιρική άνω απόληξη, κάλυμμα κεφαλής. Στη βυζαντινή περίοδο φορέθηκε από ορισμένους πατριάρχες μόνο. (…) Πριν την εμφάνιση της μίτρας οι ιερωμένοι της Oρθόδοξης Eκκλησίας ασκούσαν τα λειτουργικά τους καθήκοντα ασκεπείς, προσηλωμένοι στην παράδοση των πρώτων χριστιανικών χρόνων.»[2]

«(…) Τον Φεβρουάριο του 380 ο Μέγας Θεοδόσιος ανεγνώρισε το χριστιανισμό ως την επίσημο θρησκεία του κράτους και την 8η Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες θρησκείες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χριστιανική εκκλησία προσεκλήθη επισήμως να συμμετάσχη στο τραπέζι της εγκοσμίου εξουσίας. Υπήρχαν ήδη αρκετές ενδείξεις μιας θετικής ανταποκρίσεως. Π.χ., ήδη από τον γ~ αι., στον επίσκοπο απευθυνόσουν όπως προς ηγεμονικό αφηρημένο: “η υψηλότης Σας”, κ.τ.ο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε ήδη δώσει στους επισκόπους εξουσία δικαστική για ορισμένες περιπτώσεις. Ο ίδιος αυτοκράτωρ απένειμε το 313 τον υψηλό κοσμικό τίτλο του inlustris (εκλαμπρότατος) σε κάθε μέλος του ανωτέρου κλήρου. Η Σύνοδος της Arles το 314 απηύθυνε στον επίσκοπο Ρώμης τον τίτλο Gloriosissime papa (ενδοξότατε πατέρα) -τίτλος ο οποίος από τον στ~ αιώνα καθιερώθηκε. Την ίδια εποχή εμφανίζονται τα διάσημα (insignia) των επισκόπων: μίτρα κ.α. Ο ασπασμός της επισκοπικής χειρός εισήχθη τον 4ο αι.»[3]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] http://www.culture.gr/2/21/218/218ab/g218ab114.html.

[2] Καλαμαρά, Π., http://www.culture.gr/2/21/215/21505/215051/2150513/g21505119m. html.

[3] Δρακόπουλος Παν., «Η Εκκοσμικευτική Πορεία». Από το βιβλίο «Μεσαίωνας Ελληνικός και Δυτικός. Φιλοσοφία και Προφητεία», Εκδόσεις Παρουσία. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/drakopoulos_secular.html.

 

Γιώργος Οικονομίδης
“Σπορέας”

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ