Το βάπτισμα των νηπίων

ΠΛΑΝΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ

ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΕΣ ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

 

Το βάπτισμα των νηπίων

Το βάπτισμα σαν νηπιοβάπτισμα είναι υποπροϊόν μιας νοσηράς φιλοσοφικής τοποθέτησης του Ωριγένη και επικράτησε ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής που επιβλήθηκε με σκοπό την ομογενοποίηση της κοινωνίας και τον έλεγχο της από τους εξουσιαστές ….

«Ήδη από του ΣΤ’ αιώνος επικρατήσαντος του νηπιοβαπτισμού, χωρίς να παύση υφιστάμενον και το βάπτισμα των ενηλίκων, η εις το βάπτισμα προπαρασκευή ήρχισεν ολίγον κατ΄ ολίγον να περιορίζεται εις τυπικάς τινάς μόνον πράξεις …» «Χριστιανική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», λήμμα ‘βάπτισμα’, σ. 588

Οι δηλώσεις λοιπόν περί του 6ου αι. δεν είναι Προτεσταντικές εφευρέσεις.

Ο νηπιοβαπτισμός επιβλήθηκε και με τον πδ΄ κανόνα της Πενθέκτης το 690 μ.Χ.

 

Πως έγινε αυτό;

Η Εκκλησία τον 4ο – 5ο μ.Χ. αιώνα έχασε κάθε μέτρο αξιοπρέπειας μετά την δια-πλοκή της με τους εξουσιαστές και τα θέματα πίστεως έγιναν θέματα πολιτικής. Οι απειλές και τα οικονομικά προνόμια έκαναν μεγάλες μάζες εθνικών να γίνουν «χριστιανοί». Όλοι οι πολίτες της αυτοκρατορίας για πρώτη φορά με διάταγμα του Θεοδόσιου έπρεπε να βαπτισθούν και να γίνουν «χριστιανοί ορθόδοξοι», ειδάλλως θα διωχθούν.

Η διαφοροποίηση αποτελούσε πολιτικό έγκλημα «επειδή αυτό που γίνεται εναντίον της θείας θρησκείας ζημιώνει όλους τους πιστούς.» (Codex Theodosianus, XVI:5,40).

Στη συνέχεια ο μεγαλομανής και σπάταλος Ιουστινιανός Ι (527-565), έκανε την εκκλησία ένα επιπλέον αυτοκρατορικό γραφείο. Ειδωλολάτρες και μη «ορθόδοξοι» διώκονται ποινικά. Η φιλοσοφική σχολή των Αθηνών κλείνει ενώ όποιος βαπτισθεί 2η φορά θανατώνεται. «Όσοι …δεν έχουν αξιωθεί ακόμη το σεβαστό βάπτισμα … θα πρέπει να ζητή-σουν το σωτήριο βάπτισμα. Διαφορετικά ας γνωρίζουν ότι αν παραμελήσουν να το κάνουν, δεν θα έχουν κανένα δικαίωμα, ούτε θα τους επιτραπεί να είναι ιδιοκτήτες περιουσίας … θα τους αφαιρεθούν τα πάντα και θα εγκαταλειφθούν στην ένδεια και επιπλέον, θα υποβληθούν στις έσχατες τιμωρίες.» Ιουστινιάνειος Κώδικας.

Οι συνοδικές αποφάσεις των διορισμένων αγάμων νομαρχών-μητροπολιτών έγιναν νόμοι του κράτους με ποινές για όλους τους παραβάτες …

Πλέον, ο αυτοκράτορας ένας λαϊκός, επέβαλε τις δογματικές απόψεις του με δια-τάγματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν περιέπεσε στην ανόητη αίρεση του αφθαρτοδοκισμού –δήθεν ότι οι δίκαιοι δεν γνωρίζουν θάνατο!-, ο Ιουστινιανός εξέδωσε διάταγμα (Νεαρά, 137:6), και από τον πατριάρχη μέχρι τον τελευταίο επίσκοπο όλοι ασπάσθηκαν το πιστεύω του … Τα ίδια έγιναν με τον νηπιοβαπτισμό. «…όλα τα παιδιά, στην τρυφερή ηλικία τους, να βαπτισθούν το σωτήριο βάπτισμα αμέσως και χωρίς καθυστέρηση» (Κώδικας Ι:5) Ως αποτέλεσμα 70.000 βαπτίσθηκαν δια της βίας μόνο στη Μ. Ασία, και ακολούθησε η Ελλάδα εκτός απ’ την Μάνη, η οποία εκχριστιανίσθηκε δια της βίας τον 8ο μ.Χ αι.

Αυτές οι καινοτομίες του 5ου και 6ου αιώνα είναι παντελώς ξένες από την διδασκαλία, την πρακτική και το πνεύμα της αρχαίας Εκκλησίας. Οι θεολόγοι της αποστασίας για να στηρίξουν την εκκοσμίκευση, περιφρονούν ή διαστρεβλώνουν την Καινή Διαθήκη, διαψεύδουν τους πατέρες της Εκκλησίας, απορρίπτουν την πρακτική τους και ακυρώνουν το Σύμβολο της Πίστεως. Σε αυτή τους την προσπάθεια ακροβατούν, παρερμηνεύουν και διαστρεβλώνουν το κάθε τι διότι και οι ίδιοι αισθάνονται ένοχοι καθώς ποτέ δεν ομολόγησαν «εν βάπτισμα εις άφεση αμαρτιών».

Η απομάκρυνση από την αρχέγονη Εκκλησία οδηγεί σε φοβερά αδιέξοδα:

«Αυτοί οι οποίοι ξεχωρίζουν τον εαυτό τους από την Εκκλησία στερούνται πλέον την χάρη του Αγ. Πνεύματος. Ούτε μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους εκείνη τη χάρη του Αγίου Πνεύματος από την οποίοι οι ίδιοι εξέπεσαν…» Μ. Βασίλειος.

Δυστυχώς, «…αυτό το είδος των ανθρώπων είναι υποβολιμαίο από το σατανά, για ν’ αρνηθούμε το βάπτισμα και να απορρίψωμε την κατά Θεόν αναγέννηση και όλη την πίστη» Eιρηναίος Λυών, Πλανών Έλεγχος Ι:21:1. Γιατί;

1) Οι Απόστολοι λέγουν βάπτιζαν «οίκους ολοκλήρους» άρα δήθεν και νήπια …

Α) Ο οίκος του Κορνηλίου: (ΠΡΑΞ. 10ο κεφ.) – Ο άγγελος είπε στον Κορνήλιο να καλέσει τον Πέτρο, «ο οποίος θα σου λαλήσει λόγια, με τα οποία θα σωθείς εσύ και όλος ο οίκος σου». Τότε ο Κορνήλιος «συγκάλεσε τους συγγενείς και τους κλειστούς φίλους» και ενώ «ο Πέτρος μιλούσε … επήλθε το Άγιο Πνεύμα πάνω σ’ όλους αυτούς που άκουγαν τον λόγο» και τότε ο Πέτρος «προσέταξε αυτούς να βαπτισθούν στ’ Όνομα του Κυρίου».

Τα αφυπνιστικά γεγονότα έλαβαν χώρα σε «αυτούς που άκουγαν το λόγο» και αυτούς στη συνέχεια ο Πέτρος «προσέταξε» να βαπτισθούν.

Β) Ο οίκος του δεσμοφύλακα: Ο Παύλος μετά τη θαυματουργική απελευθέρωση του στη φυλακή των Φιλίππων είπε στον δεσμοφύλακα: “Πίστευσον εις τον Κύριον Ι. Χριστόν, και θέλεις σωθή, συ και ο οίκός σου. Και ελάλησαν προς αυτόν τον λόγον του Κυρίου και προς πάντας τους εν τη οικία αυτού. Και παραλαβών αυτούς εν εκείνη τη ώρα της νυκτός, έλουσε τας πληγάς αυτών και εβαπτίσθη ευθύς αυτός και πάντες οι αυτού” (ΠΡΑΞ., 16[ΙΣΤ]:31-33). Είναι σαφέστατο ότι βαπτίσθηκαν όλοι αυτοί προς τους οποίους «ελάλησε το λόγο».

Γ) Ο οίκος του Στεφανά (1 ΚΟΡ. 16:15), αφιέρωσαν εαυτούς στην διακονία.

Δ) Ο οίκος της Λυδίας: Το γεγονός ότι πήγε και παρηγόρησαν αυτούς (ΠΡΑΞ. 16:40) δηλώνει τους δούλους, τους υπηρέτες, τους συγγενείς, άνδρα δεν είχε και είναι δύσκολο να υποπτευθούμε νήπια χωρίς άνδρα ή ότι παρηγόρησαν τα νήπια …

Ε) Ο οίκος του Κρίσπου (ΠΡΑΞ. 18:7-8). Δηλώνονται, «συγγενείς», «φίλοι», «οικείοι», «άνδρες και γυναίκες», τα άλλα είναι φαντασία.

Τέλος, δεν έχουμε άμεσα και ρητά εκφρασμένη καμία πατερική θέση σχετικά με αυτές τις ερμηνείες των αποστατών εδώ για δήθεν βάπτισμα νηπίων σε «οίκους».

Αυτά είναι ύστερα «εφευρήματα» διαφόρων αυτόκλητων «θεολόγων».

 

2) Ο Κύριος ευλόγησε τα μικρά παιδιά, άρα μπορούν να βαπτισθούν …

«Εν εκείνη τη ώρα ήλθον οι μαθηταί προς τον Ιησούν, λέγοντες· Τις άρα είναι μεγαλήτερος εν τη βασιλεία των ουρανών; Και προσκαλέσας ο Ιησούς παιδίον, έστησεν αυτό εν τω μέσω αυτών και είπεν· Αληθώς σας λέγω, εάν δεν επιστρέψητε και γείνητε ως τα παιδία, δεν θέλετε εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών Όστις λοιπόν ταπεινώση εαυτόν ως το παιδίον τούτο, ούτος είναι ο μεγαλήτερος εν τη βασιλεία των ουρανών.» (ΜΑΤΘ. 18[ΙΗ]:1-3). Εδώ σαφώς ο Κύριος τόνισε την ομοιότητα με την αθωότητα της παιδικής καρδιάς και αντιθέτως τόνισε ότι μπορούν να σωθούν χωρίς να χρειάζονται το βάπτισμα.

Ο Γρηγόριος Νύσσης στο έργο του «Περί των νηπίων πού φεύγουν πρόωρα από την παρούσα ζωή» λέγει τα εξής: «Βέβαια από αυτόν πού πέρασε τη ζωή του μέσα στην κακία, όχι μόνο το νήπιο, που δεν δοκίμασε την αμαρτία θα είναι πιο ευτυχισμένο, αλλά κι εκείνος πού έσβησε ήδη από την αρχή της ζωήςΚαμία σχέση λοιπόν νηπίων και βαπτίσματος.

Εν τούτοις, επιπλέον δεν έχουμε άμεσα και ρητά εκφρασμένη καμία πατερική θέση σχετικά με τις εδώ ερμηνείες των αποστατών για βάπτισμα νηπίων.

 

3 -Ο απ. Παύλος είπε τα παιδιά των αγίων είναι άγια, άρα βαπτίζονται …

«ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.» (1 ΚΟΡ. 7[Ζ]:14)

Ο απ. Παύλος όμως στο ίδιο χωρίο δηλώνει «ο ανήρ ο άπιστος ηγιάσθη διά της γυναικός, και η γυνή η άπιστος ηγιάσθη διά του ανδρός», άρα με την ανεύθυνη συλλογιστική των Μεσαιωνιστών, είναι έτοιμος για βάπτισμα ο άπιστος που έχει πιστό σύντροφο. Μη γένοιτο.

Το χωρίο αυτό δείχνει την ευεργετική προδιάθεση της χάριτος που τοποθετεί τους οικείους τους σε μια ξεχωριστή θέση. Δεν έχουμε άμεσα και ρητά εκφρασμένη καμία πατερική θέση σχετικά με ερμηνείες των αποστατών εδώ για βάπτισμα νηπίων. «Πράγματι, αξίζει να τους λυπόμαστε. Διότι τόσο ανόητα λέγουν … » Eιρηναίος, Έλεγχος…, ΙΙ:6:3.

 

4) Το βάπτισμα της Κ. Διαθήκης είναι όπως η περιτομή της Π. Διαθήκης.

Πέρα από μια συμβολική αναλογία, η περιτομή γινόταν μόνο σε αγόρια νήπια και αυτοί οι τότε Ιουδαίοι που περιετμήθηκαν έπρεπε, αφού πιστεύσουν, να βαπτισθούν.

Καμία σχέση λοιπόν.

 

5) Εάν τα παιδιά δεν βαπτισθούν χάνονται …

«ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτὰ εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.» (ΜΑΤΘ. 18[ΙΗ]:1-3)

Ο Κύριος βεβαίωσε για ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζονται οι Μεσαιωνιστές: Αναφέρουμε μόνο από τον Ερμά περί το 125 μ.Χ. την διδασκαλία της αρχαίας Εκκλησίας. Ερμ., 1:1, 2η Εντ., “Να έχεις απλότητα και να γίνεις άκακος και να είσαι σαν τα νήπια, που δεν γνωρίζουν την πονηριά, αυτή που καταστρέφει την ζωή των ανθρώπων.” Ερμ., 29:3, 9η Παραβ., “Όλα τα βρέφη είναι δοξασμένα κοντά στον Θεό και σε πρώτη θέση δίπλα του.” Ερμ., 31:3, 9η Παραβ., “Μακάριοι όσοι είσθε αθώοι σαν τα νήπια … διότι η θέση σας είναι καλή και τιμημένη δίπλα στον Θεό.

Ο Γρ. Νύσσης, στο έργο του, «Περί των νηπίων προ ώρας αφαρπαζομένων», δηλαδή ‘για τα νήπια τα όποια αρπάζονται πρόωρα από την ζωή’, τονίζει ότι τα όλα τα νήπια έχουν αιώνια ζωή και είναι μακάρια, απορρίπτοντας την Μεσαιωνική μυθολογία. «Ο Χριστός θα τους κρίνει για όσα μόνοι του εφεύραν…» [Ειρηναίος Λυών, Πλανών Έλεγχος…, ΙV:33:3].

 

6) Η άφεση των αμαρτιών στα νήπια είναι το προπατορικό αμάρτημα …

Επειδή το βάπτισμα γίνεται «εις άφεση αμαρτιών» εφευρέθηκε το τρυκ ότι καλύπτει στο νήπιο την προπατορική αμαρτία. Η φυσική τάση προς την αμαρτία (εκ νηπιότητος), το vitium originis, vitium naturae, αφού “δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, επειδή πάντες ήμαρτον·”(ΡΩΜ. 5[Ε]:12), δεν έχει ποινικές συνέπειες στους απόγονους του Αδάμ. Οι δηλώσεις του αμφιλεγόμενου Αυγουστίνου ότι «τα νήπια πρέπει να βαπτίζονται ώστε να λάβουν άφεση. Είναι αδύνατον να εισέλθουν τα νήπια στην βασιλεία των Ουρανών δίχως το βάπτισμα» (De Pecato Originali), ευτυχώς γνωρίζουμε γιατί λέχθηκαν καθώς ο Αυγουστίνος είναι φιλόσοφος της θρησκείας και δεν θεολογεί.

Αν δεχθούμε τέτοιους θεολογικούς ακροβατισμούς σημαίνει ότι παρερμηνεύουμε τα λόγια του Χριστού και παρουσιάζουν τους Πατέρες και ειδικά του Καππαδόκες ως ανόητους. Οι θέσεις του Αυγουστίνου περί του «απολύτου προορισμού» αποδεικνύει το μέγεθος της πλάνης του και της απομάκρυνσης του από την αρχαία πίστη.

Καθ. Ι. Ρωμανίδης: “δεν υφίσταται δια τους Έλληνας Πατέρας το υπό δικανικήν μορφήν τεθέν πρόβλημα περί της κληρονομικότητος της ενοχής του Αδάμ και περί της επακολουθη-σάσης τιμωρίας της ανθρωπότητος λόγω προσβολής της θείας δικαιοσύνης ή φύσεως …” “Το προπατορικόν αμάρτημα” 1992, σελ. 19.

 

7) Ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας δήθεν μίλησαν για το νηπιοβάπτισμα …

Έντρομοι οι Μεσαιωνιστές μετά της αποκαλύψεις του Κέντρου Βιβλικών και Πατερικών Σπουδών η «Αποστολική Πίστη» για την μαρτυρία των Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας (33-451 μ.Χ.) για το βάπτισμα προσφεύγουν σε μεθόδους παραπλάνησης προσπαθώντας να αποσπάσουν πατερικές φράσεις, παρερμηνεύοντας τα λεγόμενα, επικαλούμενοι νόθα έργα και ακόμη εκκλησιαστικούς κανόνες της αποστασίας.

Ενώ λοιπόν ο Κύριος Ιησούς Χριστός ξεκάθαρα δήλωσε: «O πιστεύσας καi βαπτισθεiς σωθήσεται …» ΜΑΡΚ. 16[ΙΣΤ]:16., και «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς» (ΜΑΤΘ. 28[ΚΗ]:19) προσπαθούν απεγνωσμένα να το ακυρώσουν.

 

Θαυμάστε τα ευφυολογήματα ενός νηπιοβαπτιστή:

«Μας λένε λοιπόν: ‘Σύμφωνα με τα λόγια αυτά, πρώτα μαθητεύεται κάποιος, και μετά βαπτίζεται’. Και αυτό το λένε όχι μόνο ξενόφωνοι, αλλά ακόμα και Έλληνες Αναβαπτιστές!!! Λες και δεν γνωρίζουν Ελληνικά! Τι λέει εδώ το εδάφιο; Λέει: ‘…κάντε μαθητές όλα τα έθνη» (ΠΩΣ;) ‘βαπτίζοντας αυτούς εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντας αυτούς…’. Προσέξτε! Δεν λέει: ‘πρώτα να τους διδάξετε και μετά να τους βαπτίσετε’! Λέει ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ που γίνεται κάποιος μαθητής. Το ‘βαπτίζοντες’, δείχνει με ποιο τρόπο θα γίνει κάποιος μαθητής. Διαφορετικά δεν θα έλεγε ‘βαπτίζοντες’, αλλά θα έλεγε: ‘μαθητέψτε τους και βαπτίστε τους’. Όμως η διατύπωση δείχνει σαφώς ότι το βάπτισμα αναφέρεται στον ΤΡΟΠΟ (μαζί με το «διδάσκοντες»), με τον οποίο θα γίνουν τα έθνη μαθητές. Αν κάποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, ας ξαναδεί τα Ελληνικά του … οι ίδιοι αυτοί αιρετικοί Αναβαπτιστές, χρησιμοποιούν εδάφια του τύπου: ‘όποιος πιστεύσει και βαπτισθεί, θα σωθεί’. (Μάρκος 16. 16). Και δείχνουν τη σειρά, για να πούνε ότι με αυτή τη σειρά είναι το σωστό. Όπως φαίνεται όμως από το προηγούμενο εδάφιο που δείξαμε, η σειρά εκεί είναι αντίθετη. Η σειρά λοιπόν δεν έχει σημασία. Και το μωρό, όταν βαπτισθεί, έχει πάντοτε τη δυνατότητα μεγαλώνοντας να πιστέψει και να σωθεί.» Ι.Κ.

Ακούστε την ερμηνευτική απόδοση του κ. Τρεμπέλα στο ΜΑΡΚ. 16:16 «Εκείνος που θα πιστέψει εις το κηρυγμά σας και θα βαπτισθή θα σωθή» και την ανάλογη ερμηνεία του μεγάλου Αθανασίου στο ΜΑΤΘ. 28:19, « Ο Σωτήρας δεν μας παρήγγειλε μόνο να βαπτίζουμε, αλλά είπε επίσης, ‘μαθητεύσατε και βαπτίσατε’, επειδή η πίστις πηγάζει από τη διδασκαλία και το βάπτισμα ακολουθεί την πίστη(Κατά Αρειανών, 26) και πενθήσατε.

Ο μεταφραστής του Ειρηναίου, αρχιμ. Ειρ. Χ”Εφραιμίδης, προσπάθησε αποσπώντας φράσεις να δικαιολογήσει ότι δήθεν ο Ειρηναίος της Λυών μιλά για το νηπιοβάπτισμα,. Έτσι στα σχόλιά του στην αναφορά του Ειρηναίου, «ήλθε για να σώση δι΄ Εαυτού όλους, όλους, λέγω, όσοι με Αυτόν αναγεννώνται ‘εις Θεόν’, τα νήπια, τα μικρά παιδιά, τους νεανίσκους, τους νέους, τους γέροντας» (Ελεγχ., Ι:22:4) ανίχνευσε «αρχαιοτάτη μαρτυρία περί του νηπιοβαπτισμού»!

Ας δούμε όλο το κείμενο του Ειρηναίου:

«Επειδή, λοιπόν, ήταν δάσκαλος, είχε και την ηλικία του διδασκάλου. Δεν αποδοκίμαζε, ούτε υπερέβαινε τον άνθρωπο … αλλά καθαγίαζε κάθε ηλικία των ανθρώπων, όταν μοιάζουν με αυτόν. Διότι ήλθε δια να σώση δι΄ εαυτού όλους, όλους λέγω, όσους με αυτόν αναγεννώνται, ‘εις Θεόν’, τα νήπια, τα μικρά παιδιά, τους νεανίσκους, τους νέους, τους γέροντες. Γι’ αυτό διήλθε από κάθε ηλικία. Έζησε ως νήπιο μεταξύ των νηπίων, εξαγιάζοντας τα νήπια, έζησε ως μικρό παιδί, μεταξύ των μικρών παιδιών, εξαγιάζοντας όσους έχουν αυτή την ηλικία, αλλά και συγχρόνως έγινε δι΄ αυτούς πρότυπο ευσεβείας, δικαιοσύνης και υποταγής. Έζησε ως νέος μεταξύ των νέων και έγινε πρότυπο για τους νέους και τους εξαγίασε για τον Κύριο. Έτσι έζησε και ως πρεσβύτης μεταξύ των πρεσβυτέρων, ώστε να είναι τέλειος σε όλα διδάσκαλος, όχι μόνο κατά την παρουσίαση της αληθείας, αλλά και κατά την ηλικία, εξαγιάζοντας συγχρόνως και τους πρεσβυτέρους και γινόμενος πρότυπο και γι΄ αυτούς.» [Έλεγχος.., ΙΙ:22:4].

Ευτυχώς ο Ειρηναίος δεν πιστεύει σε μια μαγική Μεσαιωνική αναγέννηση δια του βαπτίσματος άσχετα με την θέληση του ανθρώπου αλλά σε ένα βάπτισμα που αναγεννά ανθρώπους μετανοημένους και πιστούς. Ο ίδιος μιλά ξεκάθαρα για « … τον κανόνα της αληθείας ακλινή εν εαυτώ κατέχων, όν δια του βαπτίσματος είληφεν, τα μεν εκ των Γραφών ονόματα και τας λέξεις και τας παραβολάς επιγιγνώσκεται… » (κανόνα της αληθείας που έλαβε με το βάπτισμα, τις λέξεις και τις παραβολές που είναι παρμένες από την Γραφή θα τις δια-κρίνει.) Κατά Αιρ., Ι:9:4, 10:1. Ποιόν κανόνα αληθείας έλαβε το νήπιο στο βάπτισμα;

Ο Ειρηναίος λοιπόν ξεκάθαρα ομιλεί για βαπτιστήρια ομολογία – Regular fidei – κανόνα αληθείας, επίσημη ομολογία πίστεως. «Εκ των ανωτέρω κειμένων και εξ άλλων μαρτυριών του Ειρηναίου συνάγεται ότι ούτος εγίγνωσκε ‘κανόνα αληθείας’…παραδιδόμενον εν τω βαπτίσματι, τ.έ. βαπτιστήριον σύμβολον διαγεγομένον εν όλη τη Εκκλησία …» [Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά Σύμβολα, τ. 1ος, σ. 43-44].

Ο Ειρηναίος μιλά για την ευεργετική προδιάθεση της χάριτος, όπως και Παύλος «ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν» (1 ΚΟΡ. 7[Ζ]:14), δεν έχει υπ’ όψιν του την δήθεν βαπτιστική αναγέννηση άσχετα με την θέληση και την προδιάθεση του ανθρώπου που μετατρέπει τα μυστήρια σε μαγεία και όχι σε δοχεία χάριτος.

Για τον Ειρηναίο το βάπτισμα γίνεται μόνο σε αμαρτωλούς που έχουν μετανοήσει με σκοπό να λάβουν άφεση αμαρτιών «Και εβαπτίσατο, (ο λεπρός Νεεμάν ο Σύρος, κοίτα: 2 ΒΑΣ. 5:1-14) φησίν, εν τω Ιορδάνη επτάκις’, Ου μάτην πάλαι Ναιμάν λεπρός ών βαπτισθείς εκαθαίρετο, αλλ΄ εις ένδειξιν ημετέραν, οι λεπροί όντες εν ταις αμαρτίαις διά του αγίου ύδατος και της του Κυρίου επικλήσεως καθαριζόμεθα των παλαιών παραπτωμάτων, ως παιδία νεογνά πνευματικώς αναγεννώμενοι, καθώς και ο Κύριος έφη, ‘Εάν μη αναγεννηθεί δι’ ύδατος και πνεύματος, ου μη εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των Ουρανών’».

Δεν σκέφθηκαν ότι ο Ειρηναίος Λυών, ο χρυσός κρίκος της ιεράς παραδόσεως δεν είναι δυνατόν να αγνοεί την έως τότε παράδοση της Εκκλησίας;

Η πρώτη εμφάνιση ομολογίας πίστεως «σε μία Εκκλησία», μπορεί να τοποθετηθεί στην προς Σμυρναίους επιστολή του Ιγνατίου (1, 1-2). Εκεί η φράση: «εν ενί σώματι της Εκκλησίας», αποτελεί μέρος βαπτιστικού συμβόλου εν παραφράσει, όπως δέχονται οι: T. ZAHN, («Das apostolische Sybolum” 1893, σ. 42 εξ.), A. Harnack, Anhang, Bibliothek του Hahn, R. SEEBERG, Zeitschrift fur Kirchengeschichte, 40 (1933) 3, κ.α.

Στην «Επιστολή Βαρνάβα» (120 μ.Χ.), τονίζεται η συνένωση του σταυρού με το νερό, όπου η πίστη στο απολυτρωτικό έργο του σταυρού είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για το βάπτισμα. Το βάπτισμα είναι μόνο γι΄ αυτούς που το έκαναν ελπίζοντας στο σταυρό. Εμείς κατεβαίνουμε στο νερό γεμάτοι αμαρτίες και ανεβαίνουμε καρποφορώντας στην καρδιά και έχοντας στο πνεύμα μας το φόβο και την ελπίδα του Ιησού ” (Βαρν., 11:1)

Βλέπετε το νερό και τον σταυρό τα’ βαλε μαζί κι αυτό σημαίνει, ότι είναι μακάριοι αυτοί που κατέβηκαν στο νερό ελπίζοντας στο σταυρό.” (11:8)

Στον «Ποιμένα του Ερμά» (125 μ.Χ), το βάπτισμα είναι η «σφραγίδα», των μετανοημένων πιστών. Ερμ., 7:3, 3η Ορ., “Αυτοί είναι όσοι άκουσαν τον λόγο -του Θεού– και θέλουν να βαπτισθούν στο όνομα του Κυρίου, έπειτα, όμως, όταν θυμηθούν την αγνότητα της αληθείας, αλλάζουν γνώμη και πηγαίνουν πάλι πίσω στις πονηρές τους επιθυμίες.” Ερμ., 17:4, 9η Παραβ., “Όλα τα έθνη..αφού άκουσαν και πίστεψαν, αποκαλέσθηκαν με το όνομα του Υιού του Θεού. Παίρνοντας, λοιπόν, την σφραγίδα, απέκτησαν μια φρόνηση κι ένα νου κι η πίστη κι η αγάπη τους έγινε μία και μαζί με το Όνομα φόρεσαν και τα πνεύματα (αρετές) των παρθένων.

Μετά επικαλούνται ορισμένοι των Ιππόλυτο Ρώμης (170-235 μ.Χ.)

« … αυτοί πρώτα πρέπει να προσευχηθούν πάνω στο νερό. Όταν έρχονται στο νερό, το νερό να είναι καθαρό και ρέον, αυτό σημαίνει να πηγάζει ή να ρέει. Κατόπιν να βγάλουν τα ρούχα τους. Τα παιδιά θα βαπτισθούν πρώτα. Όλα τα παιδιά που μπορούν να απαντήσουν (σ.σ. στις ερωτήσεις πριν από το βάπτισμα που αναφέρει προηγουμένως) ας απαντήσουν. Εάν υπάρχουν κάποια παιδιά που δεν μπορούν να απαντήσουν, ας απαντήσουν οι γονείς τους γι΄ αυτά ή κάποιος άλλος από την οικογένεια. Μετά από αυτό οι άνδρες να βαπτισθούν. Τελικά, οι γυναίκες …» [Αποστολική Παράδοση 21:1-5].

Ο Ιππόλυτος αναφέρεται σε «παιδοβάπτισμα» όχι σε «νηπιοβάπτισμα».

Και σήμερα σε πλήθος αποστολικής παράδοσης εκκλησίες βαπτίζουν παιδιά από 6-10 ετών. Στους μεν ευαγγελικούς κύκλους με αιτιολογικό την ωριμότητα τους και στους πεντηκοστιανούς με αιτιολογικό ότι «βαπτίσθηκαν στο άγιο Πνεύμα». Ο Τερτυλλιανός αντιδρώντας σε μια τέτοια παράδοση έγραψε: «Ο Κύριος πράγματι είπε ‘μην εμποδίζετε τα παιδιά να έλθουν σ’ εμένα’. Aς έλθουν όταν μεγαλώσουν, όταν μάθουν, όταν διδαχτούν σε τι έρχονται. Ας γίνουν Χριστιανοί όταν είναι ικανά να γνωρίσουν το Χριστό. Γιατί να βιαστεί η ηλικία της αθωότητας να λάβει άφεση αμαρτιών; Είμαστε πιό συνετοί στα υλικά παρά στα πνευματικά; Πώς και εμπιστευόμαστε ουράνια περιουσία σε κάποιον που δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε επίγεια; Ας μάθουν πρώτα πως να ζητήσουν την σωτηρία, και μεις μετά ας ‘δώσουμε σ’ αυτόν που ζητά’». [Περί Βαπτίσματος 19:5].

Και δεν είχε άδικο, διότι το βάπτισμα γίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών» και τα παιδιά εάν δεν τηρήσουν τον λευκό χιτώνα αμόλυντο από θανάσιμες αμαρτίες (τα έργα της σαρκός) δύσκολα να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με τον Θεό.

Αλλά αυτό θέμα των επισκόπων και αυτοί θα δώσουν λόγο.

Και επειδή και οι «Αποστολικοί Κανόνες» 46,47,50 και 68 μαζί με την «Αποστολική Παράδοση» (16-23 κεφ.) του 217 μ.Χ. (αποκαταστάθηκε το κείμενο εκ των υστέρων) που ρυθμίζουν το βάπτισμα έχουν αξεπέραστο κύρος καλά θα κάνουν οι σύγχρονοι Ωριγενιστές να προσέξουν διότι στο γνήσιο βάπτισμα προηγείται πάντα η ομολογία και μάλιστα υπάρχει κατάλογος επαγγελμάτων που απαγορεύουν το βάπτισμα και ορίζεται χρόνος κατήχησης των υποψηφίων σε τρία έτη και προβαπτισματική νηστεία.

Ομοίως, στην «Διδαχή» (80-110 μ.Χ.), το αρχαιότερο κανονιστικό έργο της Εκ-κλησίας οι βαπτιζόμενοι είναι αποκλειστικά ενήλικες, οι οποίοι προηγουμένους έχουν κατηχηθεί και νηστεύσει. Πριν από το βάπτισμα, να νηστεύσουν εκείνος που θα βαπτίσει και εκείνος που θα βαπτισθεί, ακόμη και όσοι άλλοι μπορούν. Γενικά να συστήσεις σε αυτόν, που πρόκειται να βαπτισθεί, να νηστεύσει μια δύο μέρες πριν.

 

Καμία πρόβλεψη για νηπιοβαπτισμούς σε αυτά δεν υπάρχει.

Όσο για τον Τερτυλλιανό (που δεν έχει ποτέ καταδικασθεί συνοδικώς σε αντίθεση με τον Ωριγένη) τον οποίο όλη η Καθολική Εκκλησία την εποχή του Ιερώνυμου ( 342-420 μ.Χ.), τον σεβόταν, αφού όπως δηλώνει «ο Τερτυλλιανός…αναφέρεται σε κάθε κήρυγμα της Εκκλησίας» αδίκως τον πολεμούν οι νηπιοβαπτιστές. Ο δε αλήστου μνήμης αιρεσιολόγος π. Αλεβιζόπουλος, με την χαρακτηριστική αυθαιρεσία αυτών των κύκλων, αντικατέστη-σε στα γραπτά του τη λέξη του Τερτυλλιανού παιδιά με μωρά για να πεί ότι ήταν θεσμός το νηπιοβάπτισμα αλλ’ αντιδρούσαν ορισμένοι όπως ο Τερτυλλιανός. Ευτυχώς αυτό αφύπνισε πολλούς για τους μεθόδους παραπλάνησης που χρησιμοποιούν οι Μεσαιωνιστές.

 

ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ ΤΟΥ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ… ΕΝΑΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ

Μετά έχουμε τον καταδικασμένο συνοδικώς Ωριγένη (185-254). Ήταν ένας χριστιανοφιλόσοφος, που προσπάθησε να παντρέψει την Ελληνική φιλοσοφία με το Ευαγγέλιο και να μετατρέψει τον Χριστό σε Πλατωνιστή και τον Πλάτωνα σε Χριστιανό! Ο Ε. Μόλαντ στο έργο του «Αντιλήψεις περί του Ευαγγελίου στην Αλεξανδρινή Θεολογία» (1938), συμπεραίνει ότι ο Ωριγένης δεν ήταν ένας Πλατωνίζων Χριστιανός, αλλά ένας Χριστιανίζων Πλατωνιστής. Λόγω των θεολογικών ακροβατισμών του (π.χ. θα σωθούν όλοι, ακόμη και ο διάβολος, δεν υπάρχει κόλαση, υπάρχει μετεμψύχωση, κ.α.) καταδικάσθηκε. Οι Πατέρες χρησιμοποίησαν ανθολογίες για να ξεχωρίσουν τα πίτουρα του Ωριγένη (ο οποίος με διαφορετικές προτιμήσεις απορρίπτει άλλα και σε άλλα δίνει συμβολικό χαρακτήρα), από μερικές σωστές πληροφορίες του, αναφορές κι αναλύσεις του.

Ο Ωριγένης έσπειρε τα κακά ζιζάνια του Αρειανισμού περί του ότι δεν υπάρχουν δύο αγέννητα και ο Ευσέβιος και οι άλλοι Ωριγενιστές τον υποστήριξαν. Επειδή σε ορισμένα σημεία φιλοσοφώντας υποστηρίζει ότι η ψυχή του νηπίου προϋπήρχε σαν πνεύμα άμωμο και καθαρό η Θεία δικαιοσύνη την κατεδίκασε να κατοικήσει μέσα σε σώμα, το βάπτισμα ελευθερώνει την ψυχή, έτσι τα νήπια λόγω αθωότητας και δήθεν προπατορικού αμαρτήματος έχουν δικαίωμα στο βάπτισμα, «… μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια τού μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται». Oι αποστάτες τον χρησιμοποιούν αποκρύπτοντας ότι αποτελεί αίρεση στην ιερά παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας.

Το θράσος του πέρα από ακροβατισμούς έφθασε να λέγει ότι όλες οι φιλοσοφικές ανοησίες του ήταν η αρχική πίστη! (Traditio Ecclesiae ab Apostolis). Τα φιλοσοφικά δόγματα του Ωριγένη καταδικάσθηκαν από πολλούς συνόδους και ανθρώπους της αρχαίας Εκκλησίας και τελικά και ο ίδιος με τον «Αναθεματισμό κατά Ωριγένους» (Mansi IX, σ. 553)

Στη συνέχεια ακολουθεί ο Κυπριανός Καρχηδόνος (205-258 μ.Χ.)…

Οι Μεσαιωνιστές παρουσιάζουν ως αποδεικτικό στοιχείο υπέρ του νηπιοβαπτίσματος μια επιστολή του Κυπριανού προς τον Φίδο (Επιστολή LVIII-Νο 59 στην έκδοση της Οξφόρδης) στην οποία γίνεται ανάλυση σχετικά με τα μωρά αν είναι ακάθαρτα.

«2. Αλλά σχετικά με την περίπτωση των νηπίων που λες ότι δεν πρέπει να βαπτίζονται την δεύτερη ή τρίτη ημέρα από τη γέννησή τους και ότι πρέπει να κρατήσουμε το νόμο της αρχαίας περιτομής και το νεογέννητο να βαπτίζεται και να αγιάζεται την όγδοη μέρα, στη σύνοδο είχαμε διαφορετική άποψη. Κανείς δεν συμφώνησε με αυτό που λες εσύ ότι πρέπει να γίνεται, αλλά όλοι μάλλον κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αρνηθούμε σε κανέναν το έλεος και τη χάρη του Θεού … Διότι σε σχέση με αυτό που λες ότι το βρέφος δεν είναι καθαρό τις πρώτες μέρες μετά τη γέννησή του ώστε αποστρεφόμαστε να το φιλήσουμε, δεν νομίζω ότι αυτό αποτελεί εμπόδιο γιά τη θεία χάρη. Εξάλλου είναι γραμμένο, ‘στον καθαρό όλα είναι καθαρά’ (Τίτ. α΄ 15). Ούτε θάπρεπε κανείς από μας να αποστρέφεται αυτό που ο Θεός έπλασε. Γιατί παρόλο που το βρέφος είναι ακόμα νωπό από τη γέννα, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να διστάζουμε να του δώσουμε το φίλημα της χάρης και της ειρήνης. Φιλώντας το βρέφος είναι σαν να φιλάμε τα χέρια του Θεού που τόσο πρόσφατα το έπλασαν, όταν αγκαλιάζουμε το πλάσμα του Θεού που πριν λίγο γεννήθηκε στη σάρκα. Όσο γιά την τήρηση της όγδοης ημέρας γιά τη σαρκική περιτομή των Εβραίων, αυτό ήταν ένα μυστήριο που δόθηκε προκαταβολικά ως σκιά των μελλόντων, αλλά όταν ήρθε ο Χριστός εκ-πληρώθηκε. Διότι η όγδοη ημέρα, δηλαδή η πρώτη μετά το Σάββατο, έμελλε να είναι η ημέρα που ο Κύριος θα ανασταινόταν, και θα μας ζωντάνευε, και θα μας χάριζε την πνευματική περιτομή: άρα η όγδοη μέρα, η πρώτη μετά το Σάββατο, είναι η ημέρα του Κυρίου, και η όγδοη ημέρα έπαψε να τηρείται όταν λάβαμε την πνευματική περιτομή. Γι’ αυτό το λόγο νομίζουμε ότι ο παλαιός νόμος δεν πρέπει να εμποδίζει κανέναν να λάβει τη χάρη, ούτε η πνευματική περιτομή να εμποδίζεται από τη σαρκική, αλλά οι πάντες πρέπει να γίνονται δεκτοί στη χάρη του Χριστού, εφόσον και ο Πέτρος στις Πράξεις λέει, ‘Ο Κύριος μου είπε να μην αποκαλώ άνθρωπο ακάθαρτο’ (Πρ. ι΄ 28). Αν κάτι εμποδίζει τους ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, αυτό είναι οι αμαρτίες τους, κι αφορά τους ώριμους, τους ενηλίκους. Αλλά αφού ακόμα και στους μεγαλύτερους αμαρτωλούς και σ’ αυτούς που αμάρτησαν κατά του Θεού, δίνεται άφεση αμα-ρτιών όταν πιστέψουν – και κανείς δεν εμποδίζεται να βαπτιστεί και να λάβει τη χάρη του Θεού – πόσο μάλλον εμείς δεν πρέπει να εμποδίζουμε ένα βρέφος νεογέννητο που δεν το βαρύνει αμαρτία εκτός του ότι γεννήθηκε κατά σάρκα από τον Αδάμ και από την πρώτη γέννησή του έχει το μολυσμό του αρχαίου θανάτου, και γι’ αυτό πιό εύκολα λαμβάνει άφεση αμαρτιών, γιατί την αμαρτία δεν την έκανε το ίδιο, αλλά κάποιος άλλος. (alienata pescata) Η γνώμη μας στη σύνοδο, αγαπητέ αδελφέ, ήταν ότι εμείς δεν πρέπει να εμποδίζουμε κανέναν να βαπτιστεί και να λάβει τη χάρη του Θεού, που είναι ελεήμων κι ευσπλαγχνικός σε όλους. Πόσο μάλλον τα νήπια και τα νεογέννητα, τα οποία αξίζουν περισσότερο τη βοήθειά μας και το θείο έλεος γιατί είναι αδύναμα, και κλαίνε παρακλητικά. Αγαπητέ αδελφέ, σε χαιρετούμε με αγάπη.”

Τι συμβαίνει; Ότι και με την πραγματεία του Κυπριανού «Περί Ενότητος της Εκκλησίας» την οποία οι Ρ. Καθολικοί χρησιμοποιούσαν κατά κόρο για να στηρίξουν την «πρωτοκαθεδρία» του Πέτρου και άρα το πρωτείο του Πάπα αλλά όπως αποδείχθηκε έγινε επεξεργασία εκ των υστέρων βάζοντας δικά τους ολόκληρα κομμάτια.

Δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Οι επίσκοποι του 4ου και 5ου αι. εκφράζουν συνεχώς παράπονα λόγω παραποιήσεως των έργων τους. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων και άλλοι Πατέρες διατυπώνουν παράπονα για φθαρμένη απόδοση των επιστολών τους. Επιστολές των κοιμηθέντων –π.χ. Αθανασίου προς τον Επίκτητον– αλλοιώθηκαν με ξένες προσθήκες πολύ σύντομα. Επίσης, σχεδόν πάντα η ηττημένη παράταξη κάθε Συνόδου κατηγορούσε πως οι πράξεις των Συνόδων είχαν αλλοιωθεί. Ο Γρηγόριος Α’ Ρώμης (Επιστ., 6:14), υπενθυμίζει ότι πλαστογράφησαν οι πράξεις της συνόδου της Εφέσου.

Ο σπουδαίος ιστορικός του Χριστιανικού δόγματος Αδόλφος Χάρνακ μάς πληροφορεί ότι τέτοιες ασυμφωνίες με την υπόλοιπη συνολική διδασκαλία της αρχαίας Εκκλησίας ήταν αποτέλεσμα νοθείας των κειμένων τους: «Όπως μαθαίνουμε, αλλοιώσεις και προσθήκες κάθε μορφής γίνονταν από τον δεύτερο αιώνα στα έργα ακόμα ζώντων συγγραφέων και εμπρός στα μάτια τους.» (Lehrbuch der Dogmengeschichte, τ. 2ος, σελ. 352).

 

Πως στηρίζουν την νοθεία οι Πατρολόγοι στην περίπτωση της παρούσης επιστολής;

Α) Η επιστολή αρχίζει απ’το 2ο κεφ. ενώ το 1ο κεφ. αναφέρεται σε παντελώς άλλο θέμα.

Β) Το βασικό επιχείρημα του Φίδου ότι το βρέφος είναι «ακάθαρτο» ο Κυπριανός θα μπορούσε να το αντικρούσει πολύ φυσικά με το νερό της βάπτισης, ως κατέχων καθαριστική και αγιαστική δύναμη. Όχι μόνο δεν το κάνει, αλλά και σε κανένα άλλο σημείο της επιστολής δεν αναφέρεται η λέξη «νερό», πράγμα πολύ παράξενο για κείμενο που κατ΄ υπόθεση είναι σχετικό με το βάπτισμα.

Γ) Αντιθέτως, η λέξη «χάρη» αναφέρεται πολλάκις και υποθέτουν ότι το αρχικό κείμενο είχε να κάνει με μια τελετή αφιέρωσης [«(οι Χριστιανοί) … όταν γεννηθεί ένα παιδί ανάμεσά τους δίνουν ευχαριστίες» Απολογία Αριστείδου, 15ο κεφ.] κατά την οποία ο επίσκοπος αγκάλιαζε το μωρό και έδινε «το φίλημα της χάρης και της ειρήνης», εντάσσοντας το στην οικογένεια της Εκκλησίας αφού «τα παιδιά των αγίων είναι άγια».

Δ) Το κυριότερο όμως όλων είναι το ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτό το γεγονός ότι ο Κυπριανός που υπήρξε μαθητής της Τερτυλλιανού («… Ο Κυπριανός είχε συνήθεια να μην αφήνει να περάσει ούτε μία μέρα που να μη διάβασε Τερτυλλιανό, και συχνά έλεγε: Δως μου το δασκαλό μου, εννοώντας ξεκάθαρα τον Τερτυλλιανό» Ιερωνύμου, De Viris Illustribus, κεφ. 53ο), υποστήριζε αιρετικές νηπιοβαπτιστικές θέσεις.

Αυτό γίνεται ολοφάνερο στα έργα του που μιλά για τις αυστηρές προϋποθέσεις για να λάβει κάποιος το βάπτισμα. Για τον άγιο Κυπριανό, α) ο βαπτιζόμενος πρέπει να διαθέτει συνειδητή πίστη, β) ο βαπτιζόμενος πρέπει να ομολογεί την πίστη του απαντώντας σε συγκεκριμένες ερωτήσεις, και γ) ο βαπτιζόμενος πριν βαπτιστεί θα περνά περίοδο προκαταρκτικής μαθητείας ως κατηχούμενος.

 

1. Ο βαπτιζόμενος πρέπει να διαθέτει συνειδητή πίστη:

Επιστολή LXXV (75), κεφ.16 «… ο διάβολος φεύγει από τον πιστό κατά τη βάπτιση λόγω της πίστης του, αλλά ξαναγυρνά σ’ αυτόν αν η πίστη του αργότερα εκλείψει …»

Επίσης, στην ίδια επιστολή απαντώντας σε ερώτημα για τη βάπτιση των «κλινικών» (πιστών που ήταν κλινήρεις και αδυνατούσαν να λάβουν κανονικό βάπτισμα) όπου θίγεται και το θέμα του «ραντισμού», αναφέρει σχετικά με την πίστη: «Ρωτάς επίσης, φίλτατε υιέ, τι πιστεύω σχετικά με εκείνους που λαμβάνουν την χάρη του Θεού όντας ασθενείς και αδύναμοι, αν θεωρούνται κανονικοί Χριστιανοί λόγω του ότι δεν πλένονται, αλλά ραντίζονται, με το σώζον ύδωρ. Σε αυτό το σημείο, από σεμνότητα διστάζω να κρίνω, και αφήνω τον καθένα να αισθάνεται και να κάνει αυτό που νομίζει σωστό. Απ’ όσο καταλαβαίνει η φτωχή μου αντίληψη, νομίζω πως οι θείες παροχές δεν μειώνονται ούτε χάνουν τη δύναμή τους, και(ο βαπτιζόμενος) θα λάβει όλα τα θεία δώρα, φτάνει να υπάρχει πλήρης και ακέραια πίστη και από τη μεριά του βαπτίζοντος, και από τη μεριά του βαπτιζομένου.» (Επιστολή 75 –LXXV-, κεφ. 12)

2. Ο βαπτιζόμενος ομολογεί την πίστη του απαντώντας σε συγκεκριμένες ερωτήσεις:

Στην Επιστολή LXIX (69) κεφ. 2, ο Κυπριανός αναφέρει: «Αλλά και οι ερωτήσεις που γίνονται κατά τη βάπτιση μαρτυρούν υπέρ της αλήθειας. Διότι όταν λέμε, ‘Πιστεύεις στην αιώνια ζωή και στην άφεση αμαρτιών μέσω της αγίας Εκκλησίας;’ Εννοούμε πως άφεση αμαρτιών δεν δίνεται παρά μόνο μέσα στην Εκκλησία, και ότι οι αιρετικοί που είναι εκτός Εκκλησίας δεν μπορούν να δώσουν άφεση αμαρτιών. Άρα λοιπόν, εκείνοι που ισχυρίζονται ότι οι αιρετικοί μπορούν να βαπτίζουν, πρέπει είτε να αλλάξουν τα λόγια της ερώτησης ή να δουν την αλήθεια.» Επίσης στην Επιστολή LXXIV (74) σταλμένη στον Κυπριανό από τον Φιρμιλιανό, Επίσκοπο Καισαρείας Καππαδοκίας, υπάρχει η εξής μαρτυρία σχετικά με μια ψευδο-προφήτισσα που έδινε τη θεία κοινωνία και βάπτιζε:

«… Επίσης βάπτισε πολλούς, χρησιμοποιώντας τις συνήθεις και νόμιμες ερωτήσεις, ώστε τίποτα

να μη φαίνεται ότι διαφέρει από τον εκκλησιαστικό κανόνα.» (Κεφάλαιο 10)

(Σημείωση: κατά τη μαρτυρία του Φιρμιλιανού το παραπάνω περιστατικό έλαβε χώρα 22 χρόνια πριν την επιστολή που γράφτηκε το 256).

Ο Φιρμιλιανός συνεχίζει στο κεφάλαιο 11: «Τι γίνεται λοιπόν με αυτές τις βαπτίσεις που το πονηρό δαιμόνιο εκτελούσε μέσω μιάς γυναίκας; Μήπως ο Στέφανος κι όσοι συμφωνούν με αυτόν θα τις εγκρίνουν κι αυτές, λόγω του ότι η γυναίκα αυτή χρησιμοποιούσε το σύμβολο του Τριαδικού Θεού και τις κανονικές ερωτήσεις της εκκλησίας;»

3. Ο πιστός πριν βαπτιστεί περνά μια περίοδο προκαταρκτικής μαθητείας ως κατηχούμενος. Επιστολή LXXII (72) κεφ. 2: «Μερικοί που νομίζουν ότι η ανθρώπινη λογική μπορεί να ακυρώσει τις αλήθειες του Ευαγγελίου, χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα την περίπτωση των κατηχουμένων, ρωτώντας τι γίνεται σε περίπτωση που συλληφθούν και φονευθούν ομολογώντας το όνομα: θα χάσουν τη σωτηρία και το μισθό της ομολογίας τους επειδή δεν αναγεννήθηκαν με τη βάπτιση; Ας μάθουν αυτοί οι άνθρωποι που βοηθούν και ευνοούν τους αιρετικούς ότι οι κατηχούμενοι έχουν την αληθινή πίστη και την αλήθεια της Εκκλησίας και βγαίνουν από το στρατόπεδο του Θεού γιά να δώσουν μάχη με το διάβολο έχοντας πλήρως και ειλικρινώς αποδεχτεί τον Πατέρα Θεό, τον Χριστό και το Άγ. Πνεύμα …-Να γιατί και μείς που είμαστε υπεύθυνοι γιά την πίστη και την αλήθεια δεν πρέπει να εξαπατούμε και να παραπλανούμε αυτούς που έρχονται στην πίστη και την αλήθεια, μετανοούν και ζητούν συγχώρεση αμαρτιών τους, αλλά να τους καθοδηγούμε, ελέγχουμε και να τους διορθώνουμε με την ουράνια πειθαρχία, ώστε να γίνουν κατάλληλοι γιά την ουράνια βασιλεία.»

 

Το συμπέρασμα:

Την εποχή του Κυπριανού, όπως και του Τερτυλλιανού μέσα σε χριστιανοφιλοσοφικούς Γνωστικούς κύκλους ορισμένες γυναίκες-ιέρειες βάπτιζαν και κήρυτταν.

Για να το στηρίξουν αυτό κυκλοφορούσε ένα νόθο σύγγραμμα με τις «Πράξεις του Παύλου και της Θέκλας», η οποία ανακηρύχθηκε αγία (!) από την ανατολική ιεραρχία …

«Αλλά η αναίδεια μιας γυναίκας που τολμά να διδάσκει, δεν έπεται πως θα της δώσει και το δικαίωμα να βαπτίζει: εκτός αν εμφανιστεί πάλι κάποιο τέρας όπως την αρχαία εποχή, κι όπως εκείνο κατάργησε την Βάπτιση, το νέο τέρας να την εκτελεί.

Κι όσοι επικαλούνται έργο που ψευδώς φέρει το όνομα του Παύλου – εννοώ με το παράδειγμα της Θέκλας – γιά να υποστηρίζουν το δικαίωμα των γυναικών να διδάσκουν και να βαπτίζουν, ας πληροφορηθούν ότι το έγραψε πρεσβύτερος εκκλησίας της Ασίας με δικό του υλικό, χρησιμοποιώντας το όνομα του Παύλου. Όταν τον ανακάλυψαν ομολόγησε ότι το έκανε από αγάπη γιά τον Παύλο και βέβαια παραιτήθηκε. Πόσο ασυνεπής με την πίστη θα ήταν αν έδινε στην γυναίκα το δικαίωμα να κηρύττει και να βαπτίζει, εκείνος που δεν της επιτρέπει ούτε καν να διδάσκει! ‘Οι γυναίκες να σιωπούν’, λέει ‘και να ρωτούν τους άνδρες τους στο σπίτι’» [Τερτυλλιανός, Περί Βαπτίσματος, 17:4,5].

Πόσο ασυνεπής με την πίστη θα ήταν ο Κυπριανός να μίλαγε για νηπιοβαπτισμό, εκείνος που ο ίδιος γράφει ότι «(ο βαπτιζόμενος) θα λάβει όλα τα θεία δώρα, φτάνει να υπάρχει πλήρης και ακέραια πίστη και από τη μεριά του βαπτίζοντος, και από τη μεριά του βαπτιζομένου.» (Επιστολή 75η, κεφ. 12).

Και δεν ήταν μόνο αυτό αλλά για να βαπτισθεί κάποιος έπρεπε τουλάχιστον για δύο χρόνια (στην εκκλησία της Ρώμης) να «μαθητεύσει» ευρισκόμενος υπό την εποπτεία αναδόχου (κάποιος που αναλάμβανε την ευθύνη) ο οποίος εγγυόταν στον επίσκοπο της εκκλησίας την πρόοδο του και ότι άξιζε του βαπτίσματος και την μετοχής στη Θεία Κοινωνία.

Οι Ωριγενιστές νηπιοβαπτιστές επικαλούνται επίσης τις αποφάσεις των συνόδων της Καρθαγένης του 256 μ.Χ. και του 418 μ.Χ. Υπάρχουν ενστάσεις για την γνησιότητα των πρακτικών της πρώτης και ας μην ξεχνάμε ότι ο Στέφανος Ρώμης αφόρισε τον Κυπριανό για τις αποφάσεις αυτής της συνόδου και είναι ευτύχημα που η καταδικαστική απόφαση δεν έλαβε κανονική ισχύ. Επίσης η Β΄ Οικουμενική (381 μ.Χ.) στον 7ο κανόνα κυριολεκτικά αναίρεσε τις αποφάσεις της συνόδου της Καρχηδόνας του 256 ορίζοντας ως μη υποχρεωτικό αναβαπτισμό σε ορισμένες σχισματικές / αιρετικές ομάδες.

Εάν δεχθούμε ως γνήσια και ως αυθεντία την σύνοδο της Καρθαγένης (254) τότε οι γονείς των Καππαδοκών πατέρων είναι παραβάτες των αποφάσεων της.

Γιατί οι γονείς των Πατέρων πολλοί επίσκοποι και άγιοι οι ίδιοι δεν βάπτισαν δια της βίας τα παιδιά τους ως νήπια υποθετικά σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνόδου της Καρθαγένης; Ο μέγας Βασίλειος βαπτίσθηκε 28 ετών, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός 30 ετών, ο Γρηγόριος Νύσσης 29 ετών, ο Ιωάννης Χρυσόστομος 20 ετών, ο Ιερώνυμος 18 ετών, ο Αμβρόσιος 40 ετών, ο Αυγουστίνος 28 ετών, κ.ο.κ. Γιατί η ευσεβής αγία Ανθούσα δεν φρόντισε να βαπτισθεί νήπιο ο Ιωάννης Χρυσόστομος; Γιατί η αγία Μόνικα δεν βάπτισε νήπιο τον γιό της Αυγουστίνο; «Ούτε οι γονείς του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου τον φρόντιζαν λιγότερο αφού 19 χρονών πηγαίνοντας για σπουδές στην Αθήνα είναι αβάπτιστος ενώ πατέρας του είναι κληρικός!!!» (αρχιμ. Π. Θ. Μαρτζούχος). Γιατί ο επίσκοπος πατέρας του Γρηγορίου Νύσσης και η μητέρα του αγία Νόννα δεν τον βάπτισαν νήπιο;

Διότι δεν ακολουθούσαν τα μυθεύματα των Ωριγενιστών –και τις αποφάσεις του Ιουστινιανού και άλλων «θεοφιλέστατων» βασιλέων-, αλλά το Σύμβολο της Πίστεως που ορίζει: «Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».

Ας μη κουράζονται αδίκως οι Μεσαιωνιστές, λίγη γνώση των κειμένων της αρχαίας Εκκλησίας να έχει κάποιος είναι ολοφάνερο ότι «Ούτε η Ρώμη, ούτε η Αφρική υποχρέωναν τότε τους Χριστιανούς γονείς να βαπτίζουν τα παιδιά τους, καθώς γίνεται σήμερα.» [Ρ. Newman, Development of Christian Doctrine, Rev. ed., N.Υ..-1949, σ. 120].

Ερχόμαστε τώρα στην σύνοδο της Καρθαγένης του 418 μ.Χ.

Η ίδια σύνοδος στον πδ’ κανόνα ορίζει την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών δείχνοντας ότι οι άνθρωποι αυτοί πλέον είχαν προσχωρήσει στην αποστασία, στον δε ρκα΄ κανόνα δογμάτισε την ψευδοδιδασκαλία του Ωριγένη, δηλαδή ότι ο άνθρωπος κληρονομεί το προπατορικό αμάρτημα, πράγμα που αναίρεσαν διεξοδικά οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες: Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιωάννης Χρυσόστομος, Κύ-ριλλος Ιεροσολύμων, κ.α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ίδια σύνοδος τόλμησε να ανάγει σε δόγμα την ψευδοδιδασκαλία του Ωριγένη περί δυνατότητας βαπτισμού των νηπίων.

(Είναι χαρακτηριστικό της εποχής να κάνει αυθαιρεσίες. Για παράδειγμα στο θέμα της εορτής του Πάσχα από τον 2ο μ.Χ. αι. Στην Μ. Ασία οι εκκλησίες εόρταζαν το Πάσχα την 14η του μηνός Νισσάν όποια μέρα και να έπεφτε, ενώ στη Δύση την Κυριακή μετά το Πάσχα. Ο Πολύκαρπος Σμύρνης περί το 150 μ.Χ. επισκέφθηκε τον Ρώμης Ανίκητο να συζητήσουν το πρόβλημα. Οι δύο άνδρες δεν κατέληξαν σε συμφωνία, αλλά χώρισαν ειρηνικά και ο Ανίκητος παραχώρησε τη θέση του στον Πολύκαρπο, να τελέσει την Θεία Κοινωνία. Το 325 μ.Χ. στην Νίκαια της Βιθυνίας με απαίτηση του Κων/νου Α΄ πάρθηκε απόφαση που αφορίζει (!) όλους όσους γιορτάζουν το Πάσχα στις 14 του μηνός Νισσάν.)

Το πολύχρωμο φίδι του Ωριγενισμού με την φιλοσοφικολογικές αιρέσεις του προσπάθησε να γλιστρήσει αθόρυβα στους κόλπους της Εκκλησίας. Οι ερμηνείες από το «Πηδάλιο» που πολλοί επικαλούνται δεν έχουν ουσιαστική κανονολογική αξία και ο ίδιος ο Κων. Οικονόμος σημειώνει: «Ίδε και τα εν Πηδαλίω αμφικλινή και αμφίρροπα, σελ. 16».

Το ‘προπατορικό αμάρτημα’ είναι ένα φιλοσοφικό εφεύρημα …

Την κληρονόμιση του προπατορικού αμαρτήματος, που ζητά να καθιερώσει η Τοπική Σύνοδος της Καρθαγένης, με τον ρκα΄ κανόνα αυτής, υπό την επίδραση της θεολογίας του παρόντος σ’ αυτήν του Ιππώνος Αυγουστίνου, –η δε θεολογία αυτή έκτοτε έγινε βασικό δόγμα των Λατίνων– επικυρώνει και ο β΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, αλλά οι Οικουμενικοί Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας το απέρριψαν:

Ο Ι. Ρωμανίδης αναφερόμενος στους Ειρηναίο της Λυών και Θεόφιλο Αντιοχείας γράφει:

Ούτω μεταχειριζόμενος τον Χριστόν ως την κλείδα της αρχεγόνου καταστάσεως περιγράφει ο Ειρηναίος (Λουγδούνων) την προς την τελείωσιν και αθανασίαν πορείαν των πρωτοπλάστων. Επομένως, όπως ο Χριστός εγεννήθη νήπιος και ακολούθως ηυξήθη σωματικώς, ηνδρώθη και προέκοψε και ετελειοποιήθη (όχι από της αμαρτίας προς την τελείωσιν, αλλά εκ καταστάσεως βρέφους εις τέλειον ηνδρωμένον διανοητικώς και σωματικώς, και δια πειρασμού ακόμη, άνθρωπον), ούτω και οι πρωτόπλαστοι εκτίσθησαν παρομοίως νήπιοι, ίνα αυξηθούν, ανδρωθούν και γίνουν τέλειοι σωματικώς και ψυχικώς. Ο Χριστός εγεννήθη άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως. εν τούτοις όμως προέκοψε και ετελειοποιήθη. Ούτω και οι πρώτοι άνθρωποι επλάσθησαν άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως, ίνα προκόψουν και γίνουν τέλειοι. Όπως ο Χριστός έγινε κατά την ανθρωπίνην φύσιν άφθαρτος και απαθής μετά την ανάστασιν, ούτω και ο άνθρωπος τέλειος γενόμενος θα έφθανε την αφθαρσίαν….. Κατά τον Ειρηναίον (Λουγδούνων) και τον Θεόφιλον (Αντιοχείας) οι πρωτόπλαστοι όντες νήπιοι προσεβλήθησαν υπό του σατανά και αδίκως επλήγησαν. Η δυνατότης της παρακοής της θείας εντολής τη συστάσει του όφεως οφείλεται κατά πολύ εις το γεγονός ότι οι πρώτοι άνθρωποι δεν είχον ακόμη τελειοποιηθή” (Ερμηνεία από το χωρίο: Ειρηναίου Λουγδούνων, Έλεγχος … Δ΄ XXXVII, 3.Το προπατορικό αμάρτημα, σελ. 150-151).

Γρηγόριος Νύσσης: Το δε απειρόκακον νήπιον, μηδεμιάς νόσου των της ψυχής ομμάτων προς την του φωτός μετουσίαν επιπροσθούσης, εν τω κατά φύσιν γίνεται, μη δεόμενον της εκ του καθαρθήναι υγιείας, ότι μηδέ την αρχήν την νόσον τη ψυχή παρεδέξατο” (“Περί των νηπίων των προ ώρας αφαρπαζομένων” μέρος 8). Δηλ. Το απειρόκακο όμως νήπιο καταλήγει στη φυσική ζωή, εφόσον καμιά ασθένεια δεν παρεμβάλλεται στα μάτια της ψυχής για την κοινωνία του φωτός, και δεν έχει ανάγκη την υγεία, που προέρχεται από τον εξαγνισμό, επειδή ούτε στην αρχή δεν δέχτηκε στην ψυχή την ασθένεια.

Κύριλλος Αλεξανδρείας: “Πως αμαρτωλοί δι’ αυτόν κατεστάθησαν οι πολλοί; Τι προς ημάς τα εκείνου πταίσματα; πως δε όλως οι μήπω γεγενημένοι καταδεδικάσμεθα συν αυτώ, καίτοι Θεού λέγοντος. ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, ούτε τέκνα υπέρ Πατέρων, ψυχή η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται; Ουκούν ψυχή μεν η αμαρτάνουσα αυτή απoθανείται. Αμαρτωλοί δε γεγόναμεν δια της παρακοής του Αδάμ δια τοιόνδε τρόπον. πεποίητο μεν γαρ επί αφθαρσία και ζωή, ην δε αυτώ και ο βίος αγιοπρεπής εν τω παραδείσω της τρυφής, όλος ην και δια παντός εν θεοπτίαις ο νους, εν ευδεία δε και γαλήνη το σώμα, κατηρεμούσης απάσης αισχράς ηδονής. ου γαρ ην εκτόπων κινημάτων θόρυβος εν αυτώ. Επειδή δε πέπτωκεν υφ’ αμαρτίαν και κατώλισθεν εις φθοράν, εντεύθεν εισέδραμον την της σαρκός φύσιν ηδοναί τε και ακαθαρσίαι, ανέφυ δε και ο εν τοις μέλεσιν ημών αγριαίνων νόμος. Νενόσηκεν ουν η φύσις την αμαρτίαν δια της παρακοής του ενός, τουτέστιν Αδάμ. …..” (Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, MPG:74, 788-789.

Γρηγόριος Θεολόγος: “… μήτε δοξασθήσεται, μήτε κολασθήσεται παρά του δικαίου κριτού, ως ασφραγίστους μεν, απονήρους δε, αλλά παθόντας μάλλον την ζημίαν ή δράσαντας. ου γαρ όστις ου κολάσεως άξιος, ήδη και τιμής” (Λόγος μ΄. Εις το άγιο Βάπτισμα, ΜPG:36, 389.

Αναστάσιος Σιναϊτης: “… γεγόναμεν της εν Αδάμ κατάρας κληρονόμοι. Ου γαρ πά-ντως ως συν εκείνω παρακούσαντες της θείας εκείνης εντολής τετιμωρήμεθα, αλλ’ ότι θνητός γεγονώς, εις το εξ αυτού σπέρμα παρέπεμψε την αμαρτίαν. θνητοί γαρ γεγόναμεν εκ θνητού...”

Ισίδωρος Πηλουσιώτης: “Ο πάνσοφος Παύλος έγραψε να μη γινόμαστε παιδιά στο μυαλό, αλλά να είμαστε σαν τα νήπια ως προς την κακία, ενώ στη σκέψη να τελειοποιούμαστε. Διότι δεν είναι δυνατόν, αν πρώτα δεν καθαρισθούμε από την κακία και δεν γίνουμε αγνοί σαν τα νήπια, να γίνουμε τέλειοι στη σκέψη ή τέλειοι άνθρωποι και τίμιοι εργάτες της αλήθειας“.

Ο καθ. Ι. Ρωμανίδης συνοψίζει: “δεν υφίσταται δια τους Έλληνας Πατέρας το υπό δικανικήν μορφήν τεθέν πρόβλημα περί της κληρονομικότητος της ενοχής του Αδάμ και περί της επακολουθησάσης τιμωρίας της ανθρωπότητος λόγω προσβολής της θείας δικαιοσύνης ή φύσεως” [“Το προπατορικόν αμάρτημα” 1992, σελ. 19].

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, ο άνθρωπος δεν κληρονομεί το προπατορικό αμάρτημα, αλλά την φθορά και την θνητότητα, από τα οποία δεν τον απαλλάσσει το βάπτισμα. Τα νήπια κανένα αμάρτημα δεν κατέχουν (ούτε και το προπατορικό), το αντίθετο μάλιστα, καθότι βρίσκονται σε άμεση κοινωνία με τον Θεό επειδή έχουν καθαρό νου και ο νους τους βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό, αυτός δε ο νους τους βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού (όπως ο προπτωτικός Αδάμ), το δε νηπιοβάπτισμα δεν προσφέρει τίποτα στην απαλλαγή τους από το προπατορικό αμάρτημα (το οποίον βέβαια δεν φέρουν).

Το ‘νηπιοβάπτισμα’ είναι άκυρο όπως κάθε αιρετικό βάπτισμα …

Έτσι το Ωριγενιστικό νηπιοβάπτισμα όπως και κάθε αιρετικό βάπτισμα είναι ανυπόστατο, ήτοι «ψευδοβάπτισμα» και «ουκ αληθές» κατά την έκφραση του μεγάλου Βα-σιλείου. Και επειδή οι νηπιοβαπτιστές «νοσούν κατά την πίστη», τρομοκρατημένοι επικαλούνται τον μέγα Βασίλειο ότι δήθεν υιοθέτησε κάποιο αναγκαίο νηπιοβάπτισμα (πρόκειται αν είναι αλήθεια για παιδοβάπτισμα και αναφέρεται σε μια Εκκλησιαστική Ιστορία. Ας μη ξεχνούμε όμως ότι σε άλλες Ιστορίες ο μέγας Βασίλειος κατηγορείται ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Ιουλιανού!), ας ακούσουμε τον ίδιο τον άγιο τι λέγει:

«Πίστις και βάπτισμα δύο τρόπου συμφυείς αλλήλοις και αδιαίρετοι, πίστις μεν γαρ τελειούται δια του βαπτίσματος, βάπτισμα δε θεμελιούται δια της πίστεως [Περί του Αγίου Πνεύματος, κεφ. Ιβ’. ΜΡG:32:117Β].

Οι πιστοί δεν άλλαζαν δια μαγείας τη ζωή τους, αλλά παρακολουθούσαν νωρίτερα πάμπολλα κηρύγματα περί βαπτίσματος. Σ’ αυτά τα κηρύγματα, όπως διαβάζουμε στα έργα του Μ. Βασιλείου, δεν υπάρχει σύγχυση πίστεως και έργων. Ούτε πάλι υπερτονίζεται το υπερφυσικό στοιχείο για να υποτιμηθεί η δύναμη της πίστεως. Η αγάπη του Θεού είναι πάντα συναρτημένη με την ανθρώπινη πίστη. Οι επιστολές του Παύλου και τα άλλα συναφή αποστολικά και ευαγγελικά κείμενα προσαρμόζονται ανάλογα με τα προβλήματα του ανθρώπου. Ο Μ. Βασίλειος, ως κύρια πηγή σύνταξης των βαπτισματικών του ομιλιών δεν έχει τη φιλοσοφία, αλλά την Αγ. Γραφή. Ούτε δίδει δικές τους λύσεις των προβλημάτων που απασχολούν τον άνθρωπο, αλλά διδάσκει την τέλεια αυταπάρνηση και την ισόβια απαλλαγή του ανθρώπου απ’ την αμαρτία, όπως διδάσκει η Κ. Διαθήκη.

Η αλλοίωση της «θεοπαραδότου» μορφής του βαπτίσματος με ένα «μπανιάρισμα» συνιστά αθέτηση της «αποστολικής παραδόσεως ασυγχώρητον» και «πράξιν στυγητήν και αποτρόπαιον» και συνεχίζει ο Νεόφυτος, το Βάπτισμα είναι «ομόλογον των δογμάτων».

Το βάπτισμα δεν είναι απλό «νόμιμον εκκλησιαστικόν», δυνάμενο να «κρίνηται εκ συνηθείας και παραδόσεως, αλλ’ εις αυτήν την πίστην ανήκει». Η διάκριση, έτσι, της ομολογίας από τη μορφή του βαπτίσματος είναι ανεπίτρεπτη.[βλεπ. ΟΜΟΛΟΓΩ ΕΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΕΚΔ. ΤΗΝΟΣ]. Η ορθή ομολογία της πίστεως πρέπει να συνοδεύεται από το βάπτισμα και τότε αυτό και μόνο το βάπτισμα «τελειοί αμοιβαίως την πίστιν» κατά τον Κ. Οικονόμου. «Το απλούν βάπτισμα ‘εις μετάνοιαν’ εθεωρήθη ως ανεπαρκές και απητείτο ως προϋποθέσεις η ομολογία του βαπτιζομένου περί του Ιησού Χριστού ως Κυρίου και η απαγγελία του Ονόματος Αυτου ‘εις Χριστόν βαπτίζεσθαι’ –ΓΑΛ. 3:27– … Εάν υπήρχον οι προϋποθέσεις αύται (μετάνοια-ομολογία), ηδύνατο τις άνευ άλλου τινός να βαπτισθή ‘παραχρήμα’ -ΠΡΑΞ. 2:37-41, 8:12, κ.α.» Χριστιανική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα ‘βάπτισμα’, σ. 585

 

Οι Εκκλησιαστικοί πατέρες παραποιούνται ή αντιφάσκουν …

Πέρα από τις ψεύτικες αναφορές στο μέγα Βασίλειο, έχουμε αναφορές σε νόθα έργα του Χρυσοστόμου αλλά και σε Εκκλησιαστικούς Πατέρες οι οποίοι όμως έχουν υιοθετήσει Ωριγενιστικές ψευτοδιδασκαλίες και για το λόγο αυτό οι φιλοσοφικές αναφορές τους στο βάπτισμα των νηπίων εντάσσονται σε άλλες αναφορές περί σωτηρίας των πάντων, ακόμη και του σατανά, περί μετεμψυχώσεως, απόρριψης της Αποκάλυψης κ.α. και λόγω σεβασμού προς το πρόσωπο τους δε θέλουμε να αναφερθούμε σε ποιους και τι έλεγαν.

Ας μη ξεχνάμε ότι πολλοί Εκκλησιαστικοί Πατέρες δεν κατανόησαν το κακό της επέμβασης της πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα και δημιούργησαν μια αυξητική πορεία στη θεολογία για την οποία ήλθαν σε σύγκρουση με τους παραδοσιοκράτες!, οι οποίοι καταπολέμησαν τις νέες διαμορφωμένες τάσεις της εκκλησιαστικής σκέψης.

Για παράδειγμα ο Γρηγόριος Θεολόγος αν και βαπτίσθηκε σε μεγάλη ηλικία «αργότερα ο ίδιος σε διδασκαλία του για το Βάπτισμα ως επίσκοπος, θα ρωτάει: ‘Τι δ’ αν είποις περί των έτι νηπίων και μήτε της ζημίας επαισθανομένων, μήτε της χάριτος; ή και ταύτα βαπτίσομεν;’ Βέβαια τοποθετείται ευνοϊκά στο θέμα του νηπιοβαπτισμού έστω και εισάγοντας ηλικιακό όριο την τριετία ζωής του νηπίου, λέγοντας το απίθανο: ‘του βίου τας ευθύνας τηνικαύτα υπέχειν άρχονται ηνίκα αν ό τε λόγος συμπληρωθεί και μυστήριον μάθωσι!’ ουσιαστικά (ας μη το φοβόμαστε) αυτοαναιρούμενος. (σ.σ. αυτές οι ανακολουθίες δημιουργούν υποψίες αν είναι γνήσια η αναφορά). Δεν νομίζω ότι θα ζητήσει κανείς ευθύνες από ένα τριετές νήπιο που … μιλάει. Ο άγιος Γρηγόριος (ο μέγας διδάσκαλός μας) εδώ υπερβάλλει. Όπως υπερβάλλουμε και μείς όταν δεν θέλουμε να δούμε ‘κατάματα΄ τα κενά της θεολογικής μας σκέψεως ΄στηριζόμενοι’ στην τοποθέτηση ‘σκέφτονται άλλοι (η παράδοση) για μας.» αρχιμ. Π. Θ. Μαρτζούχος, «Αυτός που θα πιστέψει θα βαπτισθεί …»

Όμως το κλασσικό παράδειγμα εσκεμμένης παραπλάνησης είναι η αναφορά στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη (Περί Εκκλ. Ιεραρχίας, κεφ. 7), σύγγραμμα του 5ου μ.Χ. αιώνα με έντονη Νεοπλατωνική ορολογία που παρουσιάζουν στους αδαείς ως έργο του 1ου μ.Χ. αι. αποδιδόμενο δήθεν στον πρώτο επίσκοπο Αθηνών, ενώ πρόκειται για τον «ψευδοδιονύσιο». Ο καθ. Ι. Καρμίρης, σε λαμπρό άρθρο του με τίτλο το «Αναλλοίωτο του Χριστιανισμού» (ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Νο 22) γράφει για τους Ωριγένη και Ψευδο-Διονύσιο:

«(ούτοι) … δύνανται να κατηγορηθώσιν επί αποτυχούση αποπείρα εξελληνισμού του Χριστιανισμού … (και) … η απόπειρα αυτών αύτη κατεπολεμήθη εγκαίρως και αποτελεσματι-κώς υπό Ορθοδόξων Πατέρων και κατεδικάσθη επισήμως … επιπλέον δε ούτοι δεν ανεγνωρί-σθησαν καν ως Πατέρες της Εκκλησίας, η δε διδασκαλία αυτών ουδόλως εκπροσωπεί την επίσημον και αυθεντικήν διδασκαλίαν της Εκκλησίας …»

Ο μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, εκπρόσωπος ενός νοσηρού Μεσαιωνισμού κάνοντας τον ‘πατρολόγο’ επιτέθηκε στον ‘προτεσταντίζοντα’ Ι. Καρμίρη για την ‘ορθοδοξία’ και την ‘γνησιότητα’ των ψευδο-Διονυσιακών συγγραμμάτων:

«Ο κ. Καρμίρης ταύτα γράφων περί του ‘Ψευδοδιονυσίου’, ασφαλώς έχει υπ’ όψιν του τα Διονυσιακά πέντε συγγράμματα των οποίων η πατρότης από του 16ου αιώνος αμφιλέγεται … η προτεσταντική υπερκριτική του 16ου αιώνος και εντεύθεν, αποκλείει εντελώς τον αλιευθέντα υπό του απ. Παύλου Διονύσιον Αρεοπαγίτην ως συγγραφέα τούτων και δέχεται, ότι τα βιβλία ταύτα ανήκουν στον 5ον αιώνα, ως απηχούντα ιδέας νεοπλατωνικάς. Και ταύτα μεν οι προτεστάνται και οι υπ’ εκείνων επηρεασθέντες. (σ.σ. δηλαδή Καρμίρης και τα πανεπιστήμια).

Η Εκκλησία όμως, και των συγγραφών το ορθόδοξον πνεύμα (δια της αναφοράς εις αυτάς υπό των Οικουμενικών Συνόδων 6ης και 7ης και δύο Τοπικών ως και πλήθους αγίων θεολόγων ως είναι ο Ιωάννης Δαμασκηνός και Μάξιμος ο Ομολογητής) και τον Άγιο Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην ως συγγραφέα των.» [‘Ορθόδοξος Τύπος’, Μάρτιος 1968].

 

Οι Μεσαιωνιστές παραποιούν και Μεταποστολικούς πατέρες …

Άλλοι εκπρόσωποι της Μεσαιωνικής ορθοδοξίας μιλούν για τον Πολύκαρπο Σμύρνης (+157) που δήλωσε ότι «86 χρόνια ακολουθεί το Χριστό», άρα νηπιοβαπτίσθηκε, ενώ η παράδοση λέγει ότι ήταν 100 ετών …

Οι ίδιοι επικαλούνται τον Ιουστίνο μάρτυρα (+165) ότι κάνει αναφορά σε πιστούς 60 ή 70 ετών και άρα νηπιοβαπτίσθηκαν! Δεν έκαναν τον κόπο να διαβάσουν τον Ιουστίνο; Αυτός αποκαλεί το βάπτισμα, που ήταν έως τότε γνωστό και ως «σφραγίδα», μ’ ένα νέο όρο: «φώτισμα»(1 Απολ., 1:161), το οποίο γινόταν σ’ εκείνους «που θα βεβαιωθούν και θα πιστέψουν ότι αυτά που διδάσκονται και κηρύττονται είναι αληθινά…-και-…οδηγούνται εκεί που βρίσκεται νερό» (1 Απολ., 61:2) «Μέσω λοιπόν του λουτρού της μετανοίας και της γνώσεως του Θεού, το οποίο θεσμοθετήθηκε χάριν της ανομίας των λαών του Θεού, όπως βοά ο Ησαΐας και γνωρίζουμε ότι ακριβώς εκείνο είναι το οποίο αυτός πρόλεγε, – δηλαδή- το βάπτισμα, το μόνο που είναι δυνατό να καθαρίσει αυτούς που μετανόησαν, αυτό είναι το νερό της ζωής. Αυτοί δε, ‘οι λάκκοι που έσκαψαν για τον εαυτό τους, είναι λάκκοι συντριμμένοι, που δεν μπορούν να κρατήσουν νερό’, κι άχρηστοι σε εσάς. Πιο είναι το όφελος του βαπτίσματος εκείνου το οποίο λαμπρύνει μόνο τη σάρκα και το σώμα; Βαπτισθείτε λοιπόν στην ψυχή σας από την οργή και την πλεονεξία, απ’ το φθόνο, απ’ το μίσος, και ναι το σώμα θα είναι καθαρό» Διάλογος, 14:1,2. «Κι εμείς, οι οποίοι προσχωρήσαμε στο Θεό μέσω Αυτού –του Χριστού-, δεν παραλάβαμε αυτή την κατά την σάρκα περιτομή, αλλά την πνευματική, την οποία ο Ενώχ εφύλαξε και οι όμοιοι του, εμείς δε, διότι γίναμε αμαρτωλοί, λάβαμε αυτή δια του βαπτίσματος, μέσω του ελέους του Θεού και επιθυμούμε όλοι ομοίως να λάβουν[Διάλογος, 43:2].

Ακόμη χειρότερα άλλοι χρησιμοποιούν επιγραφές από τις κατακόμβες που ανα-φέρονται στα χρόνια που οι μάρτυρες ήταν πιστοί «αναγεννήθηκαν» και μετά (δηλαδή 2 ή 5 χρόνια κ.ο.κ.) για να πούν δήθεν ότι ήταν νήπια …!!!

 

Με τέτοια επιχειρήματα ζητούν να πείσουν ανθρώπους στην πλάνη τους;

Ας ακούσουμε και τον Θεόφιλο Αντιοχείας (π. 180 μ.Χ.) ο οποίος κάνει αναφορά στους ανθρώπους που μετανοούν και προσέρχονται στο βάπτισμα της άφεσης και της αναγέννησης.«Επιπλέον μάλιστα κι ευλογήθηκαν απ’ τον Θεό αυτά που γεννήθηκαν απ’ τα νερά –στη Γέννεση-, για να είναι κι αυτό ένα δείγμα του ότι έμελλε οι άνθρωποι να λαμβάνουν μετάνοια κι άφεση αμαρτιών με το νερό δια του λουτρού της παλλιγγενεσίας, όλοι αυτοί που προσερχονται στην αλήθεια και ξαναγεννιόνται και λαμβάνουν ευλογία απ’ το Θεό» Προς Αυτολ.2: 16

Η αποσιώπηση ή η παραφθορά ή η υπέρβαση ή οι προσωπικές ερμηνείες της απόστολικής διδαχής και Πατερικής παράδοσης μας εκ μέρους ορισμένων Μεσαιωνικών και μοντέρνων θεολόγων είναι αμάρτημα μέγα. Αμάρτημα κατά του προσώπου του Χριστού διότι προσβάλει την αλήθεια του.

 

Φωνές υγιώς σκεπτομένων Ορθοδόξων κατά της Μεσαιωνικής μαγείας …

Το βάπτισμα δεν είναι μια πράξη μαγείας (μαγεία είναι μια ενέργεια χωρίς την θέληση του συμμετέχοντος) που γίνεται στα νήπια για να γίνουν Χριστιανοί!

Μια τέτοια θεώρηση είναι πολύ μακρινή από το σκεπτικό των αποστόλων.

«Καμία Συνοδική εκκλησιαστική διοίκηση, των απανταχού της Οικουμένης Ορθοδόξων Εκκλησιών δεν είναι εξουσιοδοτημένη να επεξεργάζεται και να ανασυντάσσει, ’κατά το δοκούν’ ή ‘κατά την περίσταση’, τις διατάξεις των Ιερών Κανόνων. Και κανένας Επίσκοπος, ως αυτόνομος ποιμένας της ‘κληρωθείσης αυτώ επαρχίας’, δε δικαιούνται να παραβιάζει τη διατυπωσή τους ή το νόημά τους, για να επενδύει και να επικαλύπτει την ευνοιά του προς το ένα ένοχο πρόσωπο ή την απεχθειά του προς το άλλο.» [Ο Αττικής Νικόδημος, Ελεύθερη Πληροφόρηση, σ. 5, 1 Μαΐου 2009].

«΄Η αγνοείτε, ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβα-πτίσθημεν; συνετάφημεν ουν (λοιπόν) αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα (έτσι ώστε) ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια τής δόξης τού Πατρός ούτως και ημείς εν καινότητητι ζωής περιπατήσωμεν. Ει γαρ (επειδή εάν) σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι τού θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα. Τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, ίνα καταργηθεί το σώμα τής αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία… ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσωμεν αυτώ» (ΡΩΜ. 6. 3-8)

Άνθρωποι ισορροπημένοι μέσα στην Ανατολική Εκκλησία που αγαπούν τις ψυχές και κατανοούν ότι ο νηπιοβαπτισμός δεν «συμφέρει» της Εκκλησία, είπαν αλήθειες που λίγοι Ωριγενιστές νηπιοβαπτιστές τολμούν να εκφράσουν:

Ο αρχιμ. π. Αντώνιος Ρωμαίος στα σχόλια του στις «Κατηχήσεις» του Κυρίλλου Ιε-ροσολύμων (Εκδ., ‘Ετοιμασία’- Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 1999), γράφει:

«… δεν υπονοείται ότι το Βάπτισμα είναι τυπικό ‘εισιτήριο’ για την εισαγωγή του ανθρώπου στο χώρο των σωζομένων, αλλά μυστήριο ταφής και αναστάσεως, απεκδύσεως και ενδύσεως. Το Βάπτισμα είναι απαραίτητη προϋπόθεση της εισόδου του πιστού στην Εκκλησία. Του δε Βαπτίσματος προϋπόθεση είναι η πίστη και η ομολογία, η οποία και προηγείται της ‘τριττής –sic- καταδύσεως’ …Έχει βασική σημασία στο θέμα της πίστεως, η βουλητική συμμετοχή και όλη η εσωτερική συνεργασία του βαπτιζομένου με τη θεία Χάρη. Το Μυστήριο του Βαπτίσματος –όπως εξάλλου και όλα τα Μυστήρια- δεν δρα μαγικά πάνω στον βαπτιζόμενο, αλλά αγιάζει και φωτίζει τον προσφερόμενο στον Θεό αυτοπροαίρετα και ειλικρινά … Εκεί που έχουν φθάσει τα πράγματα ή ο νηπιοβαπτισμός πρέπει να καταργηθεί ή ο θεσμός του αναδόχου πρέπει να ανακτήσει το αρχαίο δυναμικό κάλλος του και την αρχαία πρακτική λειτουργικότητά του.» (υποσημ. δικές μας).

Ο αρχιμ. Θεοδόσιος Μαρτζούχος συμπληρώνει στα σχόλια του για τον «νηπιο-βαπτισμό» (Εσωστρέφεια, σ. 209, Εκδ. Ακρίτας, 2009):

«…ένας παπάς-μάγος της φυλής ‘ανασκουμπώνεται’, να ανακατεύει νερά, λάδια, να κόβει μαλλιά και να βουτάει στα νερά (υπό την υπόκρουση των κραυγών του νηπίου και των καθη-συχαστικών ανοητολογιών των συγγενών) τον βαπτιζόμενο!

Συμβολισμοί νεκροί και αναντίστοιχοι με το κοινωνικό “τώρα”, άγνωστοι και συνεπώς χωρίς αναγωγική ισχύ διαδικασία. Και όλα αυτά σε μια γλώσσα ξένη και ακατανόητη που επιτείνει την αίσθηση μαγικής τελετής. Επιπροσθέτως, όλα αυτά σε ανθρώπους και για ανθρώπους που ακόμα και αν δεχθούμε ότι πιστεύουν …. Στον Θεό, οι συντριπτικά περισσότεροι καμιά σχέση δεν έχουν με τον Χριστό και με την Εκκλησία Του. Απλώς διεκπεραιώνουν ένα … εθνικό συνήθειο … Μέσα σ΄ όλα αυτά … ο ιερέας να διαβάζει ευχές που αφορούν ενήλικες και τις αμαρτίες τους, σε ένα βρέφος λίγων μηνών, που ούτε αντιλαμβάνεται, ούτε μιλάει!

Να εξορκίζει το νήπιο σα να πρόκειται για συνειδητοποιημένα ώριμο άτομο που πλανεμένο σχετίζεται με τον διάβολο σε μια αυταπάτη πορείας ευτυχίας.

‘Κερασάκι’ στην όλη ‘τούρτα’ ο ανάδοχος που δεν μπορεί (όχι να απαγγείλει) ούτε να αναγνώσει την ομολογία πίστεως – ‘Πιστεύω’. Και ο ιερέας να βασανίζεται συνειδησιακά σκεπτόμενος ότι σ΄αυτόν (τον ανάδοχο) και στων γονέων την Κατήχηση (!;) θα παραδώσουμε το νέο … χριστιανό για να βιώσει και συνειδητοποιήσει την πίστη του και την σχέση του με την Εκκλησία. Μόνη μας αγωνία μας και ο ανάδοχος έχει τελέσει (μόνον) πολιτικό γάμο! … Υπάρχει κάποιος (δεν λέω ιερέας) αλλά και μόνον συνειδητά χριστιανός που δεν αντιλαμβάνεται και δεν ζει, ότι πλέον με τον απροϋπόθετο (όπως έχει καταντήσει) νηπιοβαπτισμό άλως συντηρούμε ένα θρησκευτικό σχήμα χωρίς καθόλου περιεχόμενο και συνεπώς δυναμισμό αλλαγής; Αν αυτό συνεχιστεί, τι μπορεί κανείς να περιμένει;»

 

Άλλες φωνές ορθοδόξων’ επικαλούνται τον Μεσαίωνα …

Στην αντίθετη κατεύθυνση, άλλοι προσπαθώντας να πείσουν τους αδαείς ότι οι Χριστιανοί γεννώνται δεν γίνονται !!! και αγχωμένοι δηλώνουν ότι «ο νηπιοβαπτισμός –ήταν- γνωστός στην Εκκλησία από την αρχή …» και ότι «Με το βάπτισμα του νηπίου δεν καταργείται η ελεύθερη βούληση του …» (περιοδικό κάποιας μητροπόλεως, πρώτο τρίμηνο 2008) ενώ διάφοροι «νέο-ορθόδοξοι» επικαλούνται Λουθηρανούς νηπιοβαπτιστές (Dennis Kastens) αλλά αυτοί μαζί με τον συγγραφέα μάλλον ξέχασαν πως ξεκίνησε ο Λούθηρος.

Κήρυξε «δικαιοσύνη εκ πίστεως» (ΡΩΜ. 1[Α]:17), μια πίστη ατομική και συνειδητή η οποία δικαιώνει τον άνθρωπο. Έτσι η Εκκλησία είναι ένα σώμα που αποτελείται από συνειδητούς πιστούς οι οποίοι εξήλθαν από τον κόσμο. Το βάπτισμα δεν είναι μια μυσταγωγική διαδικασία που μεταμορφώνει σε ένα θείο όν κάποιον άσχετα με την πίστη του και τον ελευθερώνει. Αυτά είναι φαντασίες. “Και τοις αποστόλοις εντέλλεται: Περι-όντες κηρύσσετε, και τους πιστεύοντας βαπτίζεται … Ταύτη θάνατος και τέλος λέγεται του παλαιού βίου το βάπτισμα, αποτασσομένων ημών ταις πονηραίς αρχαίς, ζωή δε κατά Χριστόν, ής μόνος αυτός κυριεύει.» [Κλήμης Αλεξανδρείας, Επιτομαί, 76, 77].

Και όλοι αυτοί μεν που φιλοξενούν Λουθηρανικά κείμενα κατά καιρούς βρίζουν τον Λούθηρο με την χαρακτηριστική αλαζονεία αυτό τον κύκλων, λες και είναι δυνατόν μικροί άνθρωποι σαν εμάς να κρίνουμε κάποιον που άλλαξε ολόκληρο το κόσμο.

Αναμφίβολα ο Λούθηρος … τσάκισε την πίστη στην εξουσία, αντικαθιστώντας την με την εξουσία της πίστης. Μετέτρεψε τους παπάδες σε λαϊκούς, μετατρέποντας τους λαϊκούς σε παπάδες. Απελευθέρωσε τον άνθρωπο από την εξωτερική θρησκευτικότητα, κάνοντας την θρησκευτικότητα συνείδηση του ανθρώπου. Απάλλαξε το σώμα από τις αλυσίδες του, αλυσο-δένοντας την καρδιά...” [Κάρολος Μάρξ].

Όσο για τους Λουθηρανούς νηπιοβαπτιστές φαίνεται ξέχασαν την αρχική διδασκαλία του Λουθήρου: Το 1525, την 3η Κυριακή απ’ τα Θεοφάνεια είχε κηρύξει: «Η πίστη έρχεται από την ακοή και ό, τι και προέρχεται από τη διδασκαλία του Χριστού. Τα παιδάκια δεν μπορούν ούτε ν΄ ακούσουν, ούτε να καταλάβουν τον λόγο του Θεού. Συνεπώς δεν μπορούν να έχουν προσωπική πίστη… όσοι βαπτίζουν τα μικρά παιδάκια γελοιοποιούν το άγιο βάπτισμα και καταπατούν την αγία εντολή πού μας επιβάλλει να μη χρησιμοποιούμε εθελουσίως το όνομα του Θεού επί ματαίω… (και συνέχισε στα σχόλια στην Ρωμαίους) … Το βάπτισμα δίχως πίστη είναι άκυρο και δε πρέπει να το λαμβάνει κανένας, εκτός αν πιστεύη.»

Τώρα αν ο Λούθηρος στη συνέχεια συντάχθηκε με τους εξουσιαστές όπως οι αποστάτες του 4ου και 5ου αιώνα μιλώντας όπως εκείνοι περί μιας «χριστιανικής» κοινωνίας» και δικαιολογώντας στο έργο του «Για την εγκόσμια εξουσία», όπως εκείνοι τους «δίκαιους πολέμους» γράφοντας «σε μια τέτοια περίπτωση οι υπήκοοι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν τους άρχοντες τους και να διακινδυνεύσουν την ζωή τους και την περιουσία τους. Σ’ έναν τέτοιο πόλεμο είναι χριστιανικό έργο αγάπης να σφάξεις αδίστακτα τους εχθρούς, να λεηλατήσεις, να κάψεις και να κάνεις ό,τι είναι το πλέον κατάλληλο για να πλήξεις τον εχθρό …» είναι πρόβλημα του Λούθηρου και των αποστατών που μετέτρεψαν τα ποτάμια των πατέρων σε ποταμούς αιμάτων πείθοντας τους «χριστιανούς» να σφάζουν κατά τις μεγαλομανίες των «θεοφιλεστάτων βασιλέων». Σε αυτό πλέον το σημείο η ιδανική εκκλησία δεν έχει μέλη συνειδητών Χριστιανών αλλά νηπιοβαπτισμένους «χριστιανούς». Τώρα η εκκλησία πλέον έχει προστάτες και συνεταίρους-εργοδότες. Όπως έγραψε ο Caspar Schewnckfeld von Ossig (1480-1561), «Στην αρχή, το δόγμα του Λουθήρου ήταν καλύτερο, καθαρώτερο και ακριβέστερο από ό, τι είναι τώρα και αυτή η αλήθεια φαίνεται στα πρώτα βιβλία που έγραψε.» Και ο μεγάλος Αδόλφος Χάρνακ (Adolf Harnack) συμπλήρωσε: «Στο δόγμα του βαπτίσματος ο Λούθηρος εγκατέλειψε τη θέση του ως μεταρρυθμιστού, κaι ακολούθησε απόψεις πού όχι μόνο δημιούργησαν σύγχυση στο δικό του σύστημα πίστεως, αλλά και εζημίωσαν σε μεγαλύτερο βαθμό τη θεολογία των κατοπινών διαδόχων της διδασκαλίας του.» [Ιστορία του Δόγματος», τομ. 7ος, σ. 248].

Στο τέλος της ζωής του ο Λούθηρος παραδέχθηκε: «Από χίλιους χωρικούς ενο-ρίτες είναι ζήτημα αν θα βρεις έναν αληθινό Χριστιανό» και «Αν είχα να ξαναρχίσω το έργο του κηρύγματος -από την αρχή- θα ακολουθούσα διαφορετικό δρόμο

Όμως, ο Ζβίγγλιος, ένας άνθρωπος του κόσμου που πέθανε με αιματοβαμμένα χέρια στο πεδίο της μάχης, ένα νεώτερος Ιουστινιανός, διέταξε την εξόντωση των (ανα) βαπτιστών με φωτιά, μαχαίρι και πνιγμό και στα τέλη της δεκαετίας του 1520 έβγαλε διάταγμα στη Ζυρίχη το οποίο όριζε ότι: «Όλα τα αβάπτιστα νήπια πρέπει να βαπτισθούν, εντός οκτώ ημερών. Οι υπεύθυνοι που θα εμποδίσουν την βάπτιση θα ρίχνονται στη φυλακή…».

Με αυτά τα συστήματα άνθρωποι του 21ου αιώνα γίνονται «χριστιανοί» χωρίς τη συναίνεση τους και οι Μεσαιωνιστές γκρεμίζουν το έργο του Θεού που βασίσθηκε στην ελευθερία του ανθρώπου «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν ….» (ΜΑΤΘ. 26[ΚΣΤ]:14)

«Ελεύθερους αφήκε πάντας ο Θεός, ουδέναν δούλον η φύσις πεποίηκε» Αλκιδάμας.

«Ο Χριστιανισμός είναι κατ΄ εξοχήν Θρησκεία της ελευθερίας. Διότι η ελευθερία είναι το μεγαλύτερον δώρον του Θεού προς τον άνθρωπον. Ανευ της ελευθερίας και μέσα εις την έννοιαν ενός απολύτου καταναγκασμού της θελήσεως μας, ουδέν προσφέρει ο άνθρωπος εις τον Θεόν, και η Εκκλησία του δεν θα είχε τοιούτον υψηλόν προορισμόν να θεώση τα τέκνα της και να προτρέψη ταύτα προς διαφύλαξιν, ως κόρης οφθαλμού της ελευθερίας του ταύτης. ‘Τη ελευθερία ούν ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν στήκετε και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε’ ΓΑΛ. 5:1).

Είχε το δικαίωμα ο Θεός, ως δημιουργός, και να προστάξη και να διατάξη. Ούτε όμως προσέταξε, ούτε και διέταξε, αλλά άφησε τον άνθρωπον εις την προαίρεσιν του, να γίνη οπαδός του ή πολεμιός του. ‘Οστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, αρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι’(ΜΑΡΚ. 8:34) Δια τούτο ο –σ.σ. αληθής) Χριστιανισμός ουδέποτε εδίωξεν, ενώ αντιθέτως ενίκησε διωκόμενος.» [Σταύρος Π. Καραμήτσος, καθηγητής-θεολόγος].

Με το συνειδητό Άγιο Βάπτισμα λοιπόν, ο άνθρωπος ανασταίνεται πνευματικά λαμβάνοντας την άφεση των αμαρτιών. Αυτό φαίνεται και στο εδάφιο: Πράξεις 2[Β]: 38: «Μετανοήσατε φησιν, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών υμών…» Με το νηπιοβάπτισμα οι άνθρωποι γίνονται κατά φαντασίαν χριστια-νοί. Ο καθ. Δ. Μεταλληνός γράφοντας για τους νηπιοβαπτισμένους ορθοδόξους οπαδούς των ωροσκοπίων, ομολόγησε: «…βασική αιτία, νομίζουμε είναι η απουσία σχέσεως των προσώπων αυτών με την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ακατήχητοι και τελείως άγευστοι Χριστιανικής ζωής …» Το λυπηρό αποτέλεσμα, ολοφάνερο τριγύρω μας και «… ενθα χοιρώδης βίος και δυσωδία και βόρβορος και παραίτησις καλού, ο Χριστός ου μένει εκεί.» Ι. Ξιφιλίνος (+1075)

«Και ιδού, σήμερον ο λαός αυτός, –σ.σ. ο Ελληνορθόδοξος– ασθενής ψυχικώς, έρμιανον κακο-ποιών ρευμάτων, τρεφόμενος βοσκηματωδώς δια ΄κερατίων’ ασώτου βίου, με διεστραμμένην την σκέψιν, άπελπις, χωρίς θερμήν πίστιν εις τον Θεόν, χωρίς έρωτα πνευματικόν, γυμνωμένος από την θείαν ορθόδοξον στολήν του, περιφέρει τα ράκη της δυστυχίας του, όλος τετραυματισμένος, εις την ψυχήν, εις την κaρδίαν και εις τον νούν … Και ουδαμού φαίνεται ‘ο καλός Σαμαρείτης’…» Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης.

 

Γιατί όλα αυτά;

«Ει γαρ οι παρά την αρχήν αποπηδάν των θείων θεσμών επιχειρούντες εις μικρόν τι παρακινείν, της προσηκούσης ετύγχανον επιτιμήσεως, ουκ αν ο παρών ετέχθη λοιμός, και τοσούτος χειμών τας Εκκλησίας κατέλαβεν.» [Ι. Χρυσόστομος, Υπόμν. Εις Γαλάτας].

Και τι κάνουμε;

«Ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει …» κατά τον Γρηγόριο Θεολόγο, αλλά ελπίζουμε, πρoσευχόμεθα εκτενώς και αγωνιζόμαστε για την αποκατάσταση της «Πίστης η οποία παραδόθηκε στους αγίους μια φορά για πάντα.» [ΙΟΥΔΑΣ: 3]

Συνοψίζοντας, το να δεχθούμε τέτοιες παρανοήσεις (δήθεν αναφορά του Ειρηναίου, τους φιλοσοφικούς ακροβατισμούς του Ωριγένη και την ύποπτη και διφορούμενη αναφορά του Κυπριανού) για να στηρίξουμε το νηπιοβάπτισμα, είναι σαν να αναιρούμε όλη την ξεκάθαρη διδασκαλία της μέχρι τότε Εκκλησίας και να παρουσιάζουμε ως ανοήτους καινοτόμους τους Καππαδόκες Πατέρες για τους οποίους το βάπτισμα δεν έχει κύρος εάν δεν συνοδεύται από την προσωπική πίστη. Αποτελούν προσπάθειες ανάμειξης της ουράνιας διδασκαλίας του Χριστού με στοιχεία της Ελληνικής φιλοσοφίας και των μυστηριακών θρησκειών. Οι θέσεις των Ωριγενιστών και των διαδόχων τους σήμερα που επαίρονται για μια ύποπτη διαδοχή ενώ οι ίδιοι δεν έχουν ομολογήσει βάπτισμα «εις άφεσιν αμαρτιών» είναι φιλοσοφικές σχετικά με την ηθική κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή του νηπίου και όχι θεολογικές. Δεν έχουν σχέση δηλαδή με την διδασκαλία της Καινής Διαθήκης και την ερμηνεία της αρχαίας Εκκλησίας.

Άραγε ο Γρηγόριος Νανζιανζηνός κάνει λάθος μ’ αυτά που αναφέρει στα κηρύγματα του; Το ίδιο και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος –περί του νοήματος του Χριστιανικού βαπτίσματος– και επαναλαμβάνει, κατά κάποιο τρόπο, τον προγενέστερό του Τερτυλλιανό που έλεγε: « Ιχθύδια ημείς ως ο ημέτερος ΙΧΘΥΣ Ιησούς Χριστός εν τω ύδατι γενώμεθα»;

Μάλιστα ο Θεολόγος προχωρά βαθύτερα του τύπου και φθάνει στην ουσία του βαπτίσματος. Ζητά από τους πιστούς μετάνοια για να μπορέσουν να επιτύχουν την εν Χριστώ τελείωσή τους δια της επινικήσεως της αμαρτίας. «Πόσον γαρ οισήσομεν δάκρυον, ίνα αντιδωθή τη πηγή του βαπτίσματος»; ρωτά ο Γρηγόριος στα κηρύγματά του. Για τον άγιο αυτόν ο Χριστιανός οφείλει να περιπατεί «ως εν ημέρα, ευσχημόνως, μη κόμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, ά νυκτός εστι κλέμματα». Κι αυτό γιατί μόνο όσοι οδεύουν «προς την λάμψιν του βαπτίσματος προ του προσκόψαι τους πόδας επ’ όρη σκοτεινά και πολέμια» αποδεικνύουν ότι ζουν εν Χριστώ και πως αποδέχονται την δια του βαπτίσματος προσφερομένη σωτηρία. Κατά τον άγιο Γρηγόριο βάπτισμα σημαίνει μετάνοια και αποδοχή της εν Χριστώ ζωής.

Μέσα από το κήρυγμα του αγίου αυτού διδασκάλου διοχετεύεται στις χριστιανικές ψυχές το απολυτρωτικό μήνυμα του βαπτίσματος και του χρίσματος.

Το περιεχόμενο του Παύλειου κηρύγματος σχετικά με το βάπτισμα, όπως αυτό μεταφέρεται στους πιστούς όλων των αιώνων δια της αναγνώσεως της προς Γαλάτας επιστολής και όλων των άλλων επιστολών του Παύλου, αναγνώσματα που σχετίζονται με το βάπτισμα, ήταν για τους Καππαδόκες Πατέρες μία από τις κυριότερες αφορμές καθοδηγήσεως των πιστών στην ορθόδοξη Αποστολική πίστη.

Ο Μ. Βασίλειος, μάλιστα, εμπνεόμενος από το χωρίο της προς Γαλάτας, που ομιλεί περί της αναγκαιότητος του βαπτίσματος, λέγει: «Ει γαρ ο περιτμηθείς μέρος τι του σώματος, την κατά Μωϋσήν περιτομήν οφειλέτης εστι, όλον τον νόμον ποιήσαι, πόσο μάλλον ο περιτμηθείς την κατά Χριστόν περιτομήν». «Η αποκοπή από το σώμα των αμαρτιών της σαρκός» που συντελείται κατά το βάπτισμα και η εν Χριστώ βιοτή του βαπτισμένου, είναι για τον Μ. Βασίλειο το αποτέλεσμα της εν Χριστώ τελειώσεως του πιστού δια του βαπτίσματος . Η Χάρις του Θεού, κατά το Μ. Βασίλειο, είναι προϊόν της εκούσιας προσέλευσης του ανθρώπου στο Βάπτισμα.

«Μόνον όταν εκούσια γίνει αποδεκτή η προσφερόμενη δια του βαπτίσματος ελευθερία από τα δεσμά της αιχμαλωσίας του σατανά θα γίνει δυνατή κι η επενέργεια των δωρεών της βαπτισματικής χάρης στη ζωή των πιστών.»

Τα αρχαία βαπτιστήρια είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες όλων αυτών που δεν βαπτίσθηκαν νήπια, ούτε αυτών που βάπτισαν τα νήπια τους, αλλά που γνώριζαν τι απαιτεί το αληθινό βάπτισμα: «Ακρόασις λοιπόν του κηρύγματος, πίστις εις αυτό, μετάνοια επί τω προτέρω βίω της αγνοίας και της απιστίας…λαμπρά και επίσημος ομο-λογία πίστεως εις τον Χριστόν και υπόσχεσις προς καινόν κατ΄ αρετήν βίον, ταύτα εξεζητούντο παρά των προετοιμαζομένων εις το άγιο Βάπτισμα.» [Π.Ν. Τρεμπέλα, «Δογματική», σ. 112]

Το Σύμβολο της Πίστεως με την δήλωση «Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών» δεν αφήνει περιθώρια για τους νηπιοβαπτιστές.

Ποιος ομολογεί; Αυτός που πιστεύει στα άρθρα του Πιστεύω, ο βαπτιζόμενος.

Τι ομολογεί; Ένα και αποκλειστικό βάπτισμα εκ πίστεως.

Γιατί το ομολογεί; Με σκοπό την άφεση των προηγουμένων πολλών προσωπικών αμαρτημάτων του, αυτό δηλώνει ο πληθυντικός, «εις άφεσιν αμαρτιών».

Οι πατέρες βαπτίσθηκαν αφού ομολόγησαν «εν άφεσιν αμαρτιών», μολονότι όλοι είχαν γονείς Χριστιανούς και ορισμένοι επισκόπους. «ο Κύριος έδωσε τον νόμο της Βάπτισης και την εντολή γιά την τέλεσή της: ‘Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.’ Αυτός ο νόμος σε συνδυασμό με την περίφημη δήλωση του Κυρίου ‘εάν τις δεν γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, δεν δύναται να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού’, πρόσθεσε στην πίστη την αναγκαιότητα της βάπτισης. Κατά συνέπεια, από τότε και μετά όλοι οι πιστοί βαπτίζονταν. Και ο Παύλος, που πίστεψε αργότερα, βαπτίστηκε. Γι’ αυτό ο Κύριος, κατά την διάρκεια της προσωρινής τύφλωσής του, του είπε: ‘Σηκώθητι, και είσελθε εις την πόλιν, και θέλει σοι λαληθή τι πρέπει να κάμης’, εννοώντας την οδηγία γιά να βαπτιστεί, γιατί αυτό μόνο του έλειπε. Διότι είχε ήδη επαρκώς καταλάβει και πιστέψει ότι ο ‘Ναζωραίος’ ήταν ο Κύριος και Υιός του Θεού …. Εξάλλου το κήρυγμα προηγείται της Βάπτισης. Κι αν δεν απατώμαι, αυτός που είχε την άδεια να κηρύττει, είχε την άδεια και να βαπτίζει …» [Τερτυλλιανός, Περί Βαπτίσματος].

Οι ίδιοι οι νηπιοβαπτιστές και αυτοί που τους βάπτισαν και καυχώνται ότι είναι οι διάδοχοι των αποστόλων (!) δεν έχουν ομολογήσει εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών και έτσι η αμαρτία τους μένει. «Είπε προς αυτούς ο Ιησούς· Εάν είσθε τυφλοί, δεν ηθέλετε έχει αμαρτίαν· τώρα όμως λέγετε ότι βλέπομεν· η αμαρτία σας λοιπόν μένει.» (ΙΩΑΝ., 9[Θ]:41) και «…όστις … απειθεί εις τον Υιόν δεν θέλει ιδεί ζωήν, αλλ’ η οργή του Θεού μένει επάνω αυτού» (ΙΩΑΝ., 3[Γ]:36). Συμβαίνει σε αυτούς, αυτό που έγραψε ο Γρηγόριος Νύσσης (+395).

«Πολλοί από εκείνους που δέχονται το μυστικό βάπτισμα, από άγνοια των παραγγελμάτων του νόμου αναμιγνύουν το παλαιό προζύμι της κακίας με την μετά το βάπτισμα ζωή… και κουβαλάνε μαζί τους τον Αιγυπτιακό στρατό μ’ όλα τα έργα του.» (Εις βίον Μωϋσέως, 2:117) Κι όχι μόνο αυτό αλλά καταλήγει μ’ ένα κεραυνό: «σ’ αυτούς το νερό, νερό παραμένει, κα-μιά επιφάνεια του Αγ. Πνεύματος δεν γίνεται …» (MPG:45:101) Το ίδιο συμβαίνει με τα νήπια, «καμιά επιφάνεια του Αγ. Πνεύματος» δεν γίνεται.

Είναι σοβαρότατες οι εκκλησιολογικές συνέπειες για την τέλεση των μυστηρίων χωρίς την ενσυνείδητη συμμετοχή των ανθρώπων που μετέχουν σε αυτά.

Ο 12ος Κανόνας της Συνόδου της Νεοκαισαρείας (315 μ.Χ.) δεν επιτρέπει την χειροτονία ανθρώπου που βαπτίσθηκε επειδή αρρώστησε και φοβήθηκε ότι θα πεθάνει.

«Εάν νοσών τις φωτισθεί (σ.σ. δηλ. βαπτισθεί), εις πρεσβύτερον άγεσθαι ου δύναται. Ουκ εκ προαιρέσεως γαρ η πίστης αυτού, αλλ΄ εξ΄ ανάγκης

Ας ακούσωμε την ερμηνεία του σχολαστικιστή Νικοδήμου Αγιορείτου:

«Διορίζει ο παρών Κανών, ότι όποιος κατηχούμενος, όταν μεν ήτο υγιής, ανέβαλε το άγιον βάπτισμα, όταν δε εις κίνδυνον θανάτου εξ ασθενείας περιέπεσε, και φοβηθείς εβαπτίσθη, ούτος να μη γίνεται Ιερεύς (σ.σ. δηλαδή πρεσβύτερος), επειδή φαίνεται ότι δεν εβαπτίσθη εκ προαιρέσεως εδικής του, (sic) αλλά εκ της ανάγκης της ασθενείας, (το οποίον δεν πρέπει, έκαστος γαρ πρέπει ελευθέρα προαιρέσει να δέχεται την άσκησιν του χριστιανισμού κατά τον ριθ΄ της εν Καρθαγένης) …» [Πηδάλιον, σ. 394].

Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων (312-386), τονίζει ότι το βάπτισμα δεν είναι ένα «μπανιάρισμα» για παιδιά, αλλά επισφραγίζει την μετάνοια και χορηγεί την «άφεση των αμαρτιών» σε όσους αμάρτησαν στην πρό Χριστού ζωή τους. «Εισερχόμενοι εν τω ύδατι ουκέτι απλούν ευρίσκεται ύδωρ, αλλά σωτηρίαν προσδοκάτε εν τω Αγίω Πνεύματι. Ακωλύτως γαρ δύνασθε φθάσαι εις την τελειότητα [Κατηχήσεις, Γ’ κεφ.]

Στη συνέχεια συστήνει σε κάθε βαπτισμένο να ζει κατά Χριστόν, αφού πλέον έχει ενδυθεί Αυτόν διά του βαπτίσματος. «Διότι πριν προσέλθεις μέσα στη Χάρη (σ.μ., στην οποία η ουσιαστική είσοδος γίνεται διά του βαπτίσματος), τα έργα σου ήταν ‘γεμάτα ματαιότητα, υπηρετώντας μάταιους σκοπούς’(ΕΚΚΛ., 1[Α]:2) Τώρα όμως απεκδύθηκες τα παλαιά ρούχα και ενδύθηκες τα πνευματικά λευκά, και έτσι πρέπει να είσαι λαμπρά ντυμένος σ’ όλη σου τη ζωή. Με αυτό δεν εννοούμε ότι πρέπει να φοράς πάντα λευκά ρούχα, αλλά τα πραγματικά και λαμπρά πνευματικά λευκά, για να λέγεις όπως ο προφήτης Ησαϊας: ‘Θα ευφρανθώ τα μέγιστα στο Κύριο· η ψυχή μου θα αγαλλιαστεί στον Θεό μου· επειδή, με έντυσε με ιμάτιο σω-τηρίας, μου φόρεσε επένδυμα δικαιοσύνης, σα νυμφίο ευπρεπισμένον με μίτρα, και σα νύφη στολισμένη με τα πολύτιμα καλλωπίσματά της.»(61[ΞΑ]:10) [Μυσταγωγικές Κατηχήσεις, 4[Δ]:8].

Στην Β΄ Μυσταγωγική Κατήχησή του, συμβουλεύει τους βαπτισθέντες χριστιανούς να πετάξουν από πάνω τους τον παλαιό άνθρωπο και να ενδυθούν τον νέο, «τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν». «Η ένδυση με τον λευκό χιτώνα, που γινόταν μετά τη τέλεση του βαπτίσματος, συμβολίζει την αποδοχή εκ μέρους του ανθρώπου της μιμήσεως του Χριστού, ο Οποίος γυμνώθηκε πάνω στο σταυρό και νίκησε το διάβολο».

Όπως ομολόγησε προς μια ιερατική σύναξη ο τότε Δημητριάδος Χριστόδουλος: «Είμαστε ακόμη ακατάρτιστοι πνευματικώς, ατομικισταί και ιδιοτελείς. Κρίμα, και ο κόσμος περιμένει από εμάς να αναγεννηθή!…»

Ας τελειώσουμε με τον ιερό Χρυσόστομο που μιλά για κάποιον ετοιμοθάνατο τον οποίο όμως το βάπτισμα χωρίς την νοητική συμμετοχή του δεν τον ωφελεί.

«Γιατί στο μεταξύ, τη στιγμή πού ετοιμάζονται και θορυβούν οι συγγενείς, πολλές φορές η ψυχή αφήνει έρημο το σώμα και φεύγει, μα κι αν παραμείνει σε πολλούς δεν τους ωφελεί σε τίποτα Γιατί, όταν μήτε τους παρόντες αναγνωρίζει, μήτε ακούει, μήτε μπορεί να αρθρώσει τα λόγια εκείνα με τα οποία θα κάνει την ευλογημένη συμφωνία με τον κοινό Δεσπότη όλων μας, αλλά κείτεται αυτός πού πρόκειται να φωτισθεί σαν το κούτσουρο ή την πέτρα, όμοιος στ’ αλήθεια με νεκρό, ε λοιπόν, σε τι μπορεί να τον ωφελήσει η τέλεση της μυσταγωγίας (του βαπτίσματος) αφού δεν καταλαβαίνει τίποτα πιά; Εκείνος, λοιπόν, που πρόκειται να προσέλθει στα ιερά αυτά και φρικτά μυστήρια πρέπει να μένει άγρυπνος και προσεκτικός… και να προετοιμάζει το σπίτι ώστε να’ ναι σ’ όλα καθαρό, σα να πρόκειται να υποδεχθεί τον ίδιο τον βασιλιά.» [‘Κατήχηση προς του μέλλοντας να φωτισθούν’].

Πόσο, ανόητοι μοιάζουν κατά τον Χρυσόστομο αυτοί που λέγουν ότι το μυστήριο του βαπτίσματος ενεργεί άσχετα με την νοητική συμμετοχή του βαπτιζομένου, όπως π.χ. το νήπιο το οποίο: μήτε μπορεί να αρθρώσει τα λόγια εκείνα με τα οποία θα κάνει την ευλογημένη συμφωνία με τον κοινό Δεσπότη όλων μας, αλλά κείτεται αυτός πού πρόκειται να φωτισθεί σαν το κούτσουρο. Αυτοί είναι ξένοι προς την αληθινή Ορθοδοξία, ξένοι προς την ελευθερία της δόξης του Θεού. (ΡΩΜ. 8:21)

Αποδείχθηκαν ποιμένες μισθωτοί μη φειδόμενοι του ποιμνίου, διώκτες της νοητής στρατιάς του Κυρίου. Απέδειξαν ότι ουδέποτε έζησαν την αγωνία της κατά-πτώσεως της εκκλησίας, την αγωνία του κήπου της Γεσθημανής και έτσι όχι μόνο δεν φρόντισαν για τα άλλα πρόβατα του Ιησού, τα έξω ευρισκόμενα, αλλά και αυτά τα ίδια τα εντός της αυλής ευρισκόμενα, προσπάθησαν να αποδιώξουν… Κι όχι μόνον δεν έγιναν, δούλοι δια να σώσουν τινάς, αλλά με φανερό φανατισμό και μίσος κατεδίωξαν τα τέκνα της αγωνίας του Κυρίου. Με πείσμα ώθησαν το ξίφος της Πολιτείας δια να διαλύσουν το μικρό ποίμνιο. Το ξίφος τούτο δια το οποίο ο Χρυσόστομος είπε ότι και να η πολιτεία του το έδινε δεν θα το εδέχετο, διότι η Εκκλησία έχει την ρομφαία την οξεία και δίστομο της αγάπης που κόβει ακόμη και τα κεφάλια των δαιμόνων. Αυτοί δεν μπορούν να πούν μαζί με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο: «Ει τι ούν εμοί πείθεσθε … αυτοί των αγαθών προσπηδήσατε και διπλούν αγώνα αγωνίζεσθε, τον μεν προκαθαιρείν υμάς αυτούς του Βαπτίσματος, το δε συντηρείν το Βάπτισμα …»

Για τους ανωτέρω λόγους καθώς γνωρίζουμε και σήμερα πολλοί ακόμη και ιερείς έκαναν μυστικά για το φόβο των Ιουδαίων το αληθινό βάπτισμα και αρχι-μανδρίτες προς τιμήν τους αρνούνται να βαπτίσουν νήπια,. Ας ακούσουμε τον ιερό πατέρα: «Γι’ αυτό παρακαλώ, αφού τ’ αφήσετε όλα, να συγκεντρωθείτε στους εαυτούς σας και να προσέλθετε στο βάπτισμα με προθυμία …» (Ι. Χρυσόστομος).

Και η υπακοή στους δεσποτομονάρχες του Ιουστιανιανού; «Όταν κάποιος μας πεί κάτι ενάντια στην εντολή του Κυρίου να του υπενθυμήσουμε ότι, ‘Πρέπει να πειθαρχούμε μάλλον στον Θεό παρά στους ανθρώπους’(ΠΡΑΞ. 5:29), και ‘Ξένον …δεν θ’ ακολουθήσουν, αλλά θα φύγουν απ’ αυτόν· επειδή, δεν γνωρίζουν τη φωνή των ξένων’ (ΙΩΑΝ. 10:5), και …’ Αλλά, και αν εμείς ή άγγελος από τον ουρανό κηρύττει σε σας ένα άλλο ευαγγέλιο, παρά εκείνο που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα.’(ΓΑΛ. 1:8) Από τα προ-αναφερθέντα διδασκόμεθα ότι κάθε άνθρωπος που αγαπά τον Κύριο πρέπει να αποφεύγει ή να βδελύσσεται αυτόν που εμποδίζει την εντολή του Κυρίου.» (Μ. Βασίλειος-ΕΠΕ:9:144-7)

Και το νηπιοβαπτισμά τους δεν έχει καμία αξία; Καμία, διότι «Ουκ εκ προ-αιρέσεως γαρ η πίστης αυτού, αλλ΄ εξ΄ ανάγκης» -12ος Κανών, Συνόδου Νεοκαισαρείας (314 μ.Χ.)- και «πᾶν δὲ ὃ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστί» (κάθε τι που δεν γίνεται από πίστη, είναι αμαρτία) [ΡΩΜ. 14[ΙΔ]:13].

LXV. 1. Ημείς δε μετά το ούτως λούσαι τον πεπεισμένον και συγκατατεθειμένον επίτους λεγομένους αδελφούς άγομεν. / 65. 1. Εμείς δε, μετά την βάπτιση εκείνου ο οποίος έχει πεισθεί και συγκατατεθεί σε αυτό, τον οδηγούμε στους αποκαλούμενους αδελφούς … [Ιουστίνος μάρτυρας (165 μ.Χ.) Β’ Απολογία].

 

Το παρόν μπορεί να ανατυπωθεί και διανεμηθεί δωρεάν,

επίσης μπορεί να αναρτηθεί ελεύθερα στο Διαδίκτυο.

 

Ομάδα Έρευνας και Σύνταξης του www.paterikoegolpio.gr

και του Κέντρου Βιβλικών και Πατερικών Σπουδών «Η Αποστολική Πίστη» www.TheApostolicFaith.gr

 

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ

One Response to Το βάπτισμα των νηπίων