Το πάζλ των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων

Filed under ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ

Της ΜΑΙΡΗΣ ΠΙΝΗ

 

Το ρόλο των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, τη διαπλοκή τους με τους πολιτικούς, τον κρατικό μηχανισμό, τις μυστικές υπηρεσίες ημεδαπής και αλλοδαπής προσπαθεί να φωτίσει με ιστορική αναδρομή και στοιχεία η «Ε».

Επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα για το πότε ιδρύθηκαν, πώς έδρασαν στον κρατικό μηχανισμό, στην Εκκλησία, στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας από την εποχή πριν από τη δικτατορία του Μεταξά ως τη Μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα.

Η δράση τους συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας και ο κεντρικός στόχος τους είναι (από τη γέννησή τους) η προώθησή τους στη δημόσια διοίκηση, στις εκάστοτε κυβερνήσεις, στις Μυστικές Υπηρεσίες, στις πρεσβείες, στην Ακαδημία και στα ΑΕΙ (στα οποία η δράση αυτή περιορίστηκε το 1982 με την εφαρμογή του Νόμου Πλαισίου στην πρώτη κυβέρνηση Αν. Παπανδρέου).

Η «Ε» είχε ανοίξει τον φάκελο των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων από τις (29/6/1981), λίγα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση και μετά την επικράτηση του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ -του μακροβιότερου Αρχιεπισκόπου στην Ιστορία της Ελλαδικής Εκκλησίας- που οριοθέτησε με τον λόγο του κατά την ενθρόνισή του (12.1.1974), τη δράση αυτών των οργανώσεων.

Στο κλίμα μάς μεταφέρει με το βιβλίο του «Σεραφείμ, ο άνθρωπος που νίκησε τα γεγονότα» (εκδόσεις Βασδέκη, Αθήνα 1998) ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Β.Α. Λαμπρόπουλος. Γράφει μεταξύ άλλων:

«Θεωρούμεν λίαν επιβεβλημένον καθήκον ημών να απευθύνωμε πατρικάς παραινέσεις προς τας εν γένει θρησκευτικάς οργανώσεις, σωματεία και συλλόγους και να παρακαλέσωμεν όπως εν χριστιανική υπακοή και ταπεινοφροσύνη προς την διοικούσαν Μητέραν Εκκλησίαν συμβάλλουσι εις την ειρήνευσιν αυτής, καθόσον η απειθαρχία, η ανυπακοή κείνται έξω και μακράν της χριστιανικής μάνδρας και αποτελούσιν ανατροπή της βασικής εντολής του Θείου των Εθνών Αποστόλου Παύλου «πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε, αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγων αποδώσαντες» (Εβρ. ιγ’, 17). Διότι μη υποκριθώμεν ως αγνοούντες ότι εκείθεν εξεπορεύθησαν επ’ εσχάτων πολλά τα δεινά εις βάρος κανονικών ιεραρχών, εξ αιτίας των οποίων και τελικώς εφυγαδεύθη η ειρήνη της Εκκλησίας».

Οι τοποθετήσεις αυτές του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ (αναφέρει ο δημοσιογράφος) ήταν θρυαλλίδα στις σχέσεις Σεραφείμ – ιεραρχίας – οργανώσεων, τα μέλη των οποίων κατάλαβαν ότι ο νέος Αρχιεπίσκοπος δεν επρόκειτο να «υπακούει» σε κελεύσματα που εκπορεύονταν από: την πλατεία Καρύτση («Ζωή»), τη Φλώρινα («Σταυρός» – διατηρούσε γραφεία και στην πλατεία Κάνιγγος), την οδό Σόλωνος («Σωτήρ») και από τα γραφεία της εφημερίδας «Ορθόδοξος Τύπος» (πολεμούσε λυσσαλέα με τους οργανωσιακούς τον Σεραφείμ).

Ο Σεραφείμ έγινε Αρχιεπίσκοπος σε μια περίοδο δύσκολη και πολιτικά ερμαφρόδιτη. Στην εκκλησιαστική διοίκηση επικρατούσαν μέλη των θρησκευτικών οργανώσεων.

Η αποκατάσταση των σχέσεων του Σεραφείμ με το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και με τα άλλα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και Εκκλησίες (σχέσεις που είχαν διαταραχθεί στη δικτατορία, επί Ιερωνύμου) εξόργισε τους οργανωσιακούς.

Μεταφέρουμε και πάλι από το βιβλίο του Β. Λαμπρόπουλου: «Ο Σεραφείμ, με την ενθρονιστήρια ομιλία του, έκοψε το βήχα σε σκληροπυρηνικούς αρχιερείς, που άντλησαν δύναμη επί 7 χρόνια, από τον παραιτηθέντα πρώην Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο.

»Συνέρχονταν στην Κηφισιά και έπαιρναν αποφάσεις (σ.σ. αναφέρεται στον έκπτωτο Νικόδημο Γκατζηρούλη, τέως μητροπολίτη Αττικής και δραστήριο μέλος του «Σωτήρα»). Αυτοί είχαν περάσει στον ίδιο τον Ιερώνυμο και το στρατιωτικό καθεστώς, ότι η Ελλάδα έπρεπε να γίνει Πατριαρχείο και να κόψει τον ομφάλιο λώρο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο! Το περιβάλλον του Ιερωνύμου Κοτσώνη ήθελε να επαναλάβει την ιστορία του Θεοκλήτου Φαρμακίδη και των Βαυαρών της Αντιβασιλείας του Όθωνα.

»Αυτή τη φορά, η σύγκρουση με το Φανάρι απέβλεπε να γίνει ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Πατριάρχης Πάσης Ελλάδος, με ταυτόχρονη κατάργηση του Εκκλησιαστικού καθεστώτος της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και του Αγίου Όρους!

»Είχαν αναζητηθεί – προταθεί ως έδρες το Αγ. Όρος, η Αθήνα και η Ρόδος, να «καταληφθεί» το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την βοήθεια του στρατιωτικού καθεστώτος και να μεταφερθεί η έδρα του στην Ελλάδα. Η αντίληψη αυτή επέφερε ψύχρανση των σχέσεων του Ιερώνυμου με τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα».

Σε επικοινωνία μας ο Β. Λαμπρόπουλος μας επιβεβαίωσε τα σχετικά με το σχέδιο και αποκάλυψε πως «αν αυτό πραγματοποιούνταν, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος θα γινόταν ο τότε μητροπολίτης Αττικής, μέλος του «Σωτήρα», Νικόδημος Γκατζηρούλης» (σ.σ. έκπτωτος σήμερα, που μαζί με τον επίσης έκπτωτο και «Ζωικό» Κωνσταντίνο Φαναριο-φαρσάλων άρχισαν πρόσφατα τον πόλεμο μέσω των εντύπων τους κατά του παραιτηθέντος μητροπολίτη Καρδίτσας Θεόκλητου Κουμαριανού).

Ακόμη, μας αποκάλυψε ότι «ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, συνδιεκδικητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου των Αθηνών, κατά την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, μαζί με τον μητροπολίτη Κοζάνης Διονύσιο» έστειλαν στον ίδιο (Β. Λαμπρόπουλο) συγχαρητήρια επιστολή για τις αποκαλύψεις στο βιβλίο του «Σεραφείμ, ο άνθρωπος που νίκησε τα γεγονότα».

Ο συγγραφέας στη συνομιλία μας συσχέτισε το σχέδιο «των σκληροπυρηνικών Αρχιερέων του Ιερώνυμου για την άλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη στάση και τις μύχιες βλέψεις του σημερινού Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου και της «Χρυσοπηγής», έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου».

 

«Πώς οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις έδρασαν στον κρατικό μηχανισμό, στην Εκκλησία, στις ένοπλες δυνάμεις, στα σώματα ασφαλείας…»

 

Η λίστα των οργανώσεων και οι θυγατρικές τους:

 

Η «ΖΩΗ».
Αδελφότητα Θεολόγων (λεξικό Ελευθερουδάκη και «Ε» 7.7.1981), ιδρύθηκε το 1907 στην Αθήνα από τους εκλιπόντες αρχιμανδρίτες Ευσέβιο Ματθαιόπουλο (1849-1929) της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου και Σεραφείμ Παπακώστα.

Τα μέλη της καλούνται να τηρούν τρεις μοναχικές αρετές: παρθενία, υπακοή και ακτημοσύνη.

Η «Ζωή» αυτοχαρακτηρίζεται απλό σωματείο. Τα μέλη της γίνονται δεκτά μετά από αυστηρή δοκιμασία και με δήλωση ότι ασπάζονται τις αρχές της αδελφότητας. Υπό την εποπτεία της λειτουργούν:

* Κατηχητικά σχολεία (Ανώτερα, Μέσα, Κατώτερα), που διδάσκουν Χριστιανική Αγωγή.

* Κοινόβιο στην οδό Ιπποκράτους και το Φοιτητικό Οικοτροφείο «Απ. Παύλος», από το 1911 δε κυκλοφορεί το εβδομαδιαίο έντυπο «Ζωή» σε τιράζ 148 χιλ. φύλλων (το 1948) και σε 160 χιλ. το 1959 (χρονιά που διασπάστηκε).

* Εκδοτικός οίκος. Τις περισσότερες εκδόσεις της έχουν εγκρίνει η Ιερά Σύνοδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Με πυρήνα τη «ΖΩΗ» δημιουργήθηκαν από το 1929 μέχρι το 1947 τα θυγατρικά Χριστιανικά Σωματεία:

«Σύλλογος Ορθόδοξου Εσωτερικής Ιεραποστολής Απ. Παύλος», 1929

«Χριστιανική Φοιτητική Ένωση», 1933

«Χριστιανική Ένωση Επιστημόνων», 1937

«Γυναικεία Αδελφότης Ευσέβεια», 1938

«Χριστιανική Ένωση Ακτίνες», 1938

«Αδελφότης Αδελφών Νοσοκόμων «Εθνική»», 1942

«Χριστιανικαί Μαθητικαί Ομάδες» 1943

«Χριστιανική Ένωση Εργαζόμενης Νεολαίας», 1946

«Χριστιανική Ένωση Εκπαιδευτικών Λειτουργών», 1947

«Εκδόσεις «Δαμασκός»», 1947

Μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η «ΖΩΗ» αριθμούσε 10 μέλη και μέχρι το 1964 100 μέλη, από τα οποία 23 ήταν κληρικοί. Το 1952 όμως έφτασε να ελέγχει 1.700 κατηχητικά σχολεία με 140 χιλ. μαθητές!

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η «Ζωή» σε ηγετικό επίπεδο έπαιξε άκρως πολιτικό και σκοτεινό ρόλο, συνεργαζόμενη νωρίτερα με το καθεστώς Μεταξά και αργότερα με εκείνο της Φρειδερίκης. Η ηγετική της ομάδα διαπνεόταν από αντικουμμουνιστικό μένος και συνέβαλε στη χάραξη διαχωριστικών γραμμών διακρίνοντας τους Έλληνες σε «εθνικόφρονες» και «μιάσματα». Από τα σπλάχνα της αναδείχθηκαν πολλοί πολιτικοί, μητροπολίτες, αρχιεπίσκοποι, δικαστές, πανεπιστημιακοί, αλλά και πρωτεργάτες της χούντας.

Ωστόσο, από αυτούς ξεχώρισαν για τη μη μισαλλοδοξία τους οι Αρχιεπίσκοποι Τιράνων και Πάσης Αλβανίας Αναστάσιος Γιαννουλάτος και Αμερικής Δημήτριος Τρακατέλης. Φωτεινά μυαλά ενδεχομένως να υπάρχουν και στο πλήθος των ανώνυμων μαθητών και σπουδαστών που πέρασαν από τα οικοτροφεία της.

* «ΣΩΤΗΡΑΣ».

Το 1959 μεγάλος αριθμός σκληροπυρηνικών μελών διασπάστηκε από τη «Ζωή» και ίδρυσε την αδελφότητα του «Σωτήρα». Ήταν οι θεολόγοι Παν. Τσαμπέλας, Δημ. Παναγιωτόπουλος και Ι. Κολιόπουλος, που αποχώρησαν με 18 κληρικούς και 39 θεολόγους. Η νύχτα της αποχώρησης χαρακτηρίστηκε «νύχτα του Αγ. Βαρθολομαίου».

Σε ένα 6μηνο η νέα αδελφότητα απέκτησε τυπογραφείο και άρχισε να εκδίδει τα περιοδικά «Σωτήρ» (έφτασε τα 60 χιλ. φύλλα) και το νεανικό «Προς την Νίκη» (εκδιδόταν ανά 20ήμερο).

Το 1962 ο «Σωτήρας» δανειοδοτήθηκε και το 1966 απέκτησε ιδιόκτητο χώρο, στη Σόλωνος 100.

Και ο «Σωτήρας» ίδρυσε τις εξής θυγατρικές οργανώσεις:

Τον Σύλλογο Εσωτερικής Ιεραποστολής «Ο Μέγας Βασίλειος» (1966)

Κοινόβιο επί της λ. Αλεξάνδρας και περίπου 1.000 «κύκλους» σε Αθήνα και Πειραιά.

Μέλη του «Σωτήρα» ήταν ο μακαριστός μητροπολίτης Κονίτσης και Δριανουπόλεως & Πωγωνιανής Σεβαστιανός (σ.σ. ταύτισε μεγάλο μέρος της ζωής του με τον αγώνα της απελευθέρωσης της Β. Ηπείρου μέχρι την πρόσφατη άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία) και οι χουντικοί Στ. Παττακός και Γρ. Σπαντιδάκης.

* «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ».

Ελιτίστικη πνευματική οργάνωση από το 1865. Τον πρώτο πυρήνα της αποτελούσαν οι: Σπ. Τρικούπης, Αλ. Σούτσος, Ν. Μαυροκορδάτος, Νικ. Δηλιγιάννης, Αλ. Κωστής, Ι. Σέχος, Αγγ. Βλάχος, Παν. Ρομποτής. Αρκετοί εκ των ιδρυτών της ήταν και μασόνοι. Το 1873 η εταιρεία ίδρυσε σχολείο αναλφάβητων. Το 1952 ίδρυσε το Λαϊκό Πανεπιστήμιο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η εταιρεία εντάσσεται στην πνευματική ιντελιγκέντσια της συντηρητικής παράταξης. Μέλη της ήταν πρωθυπουργοί και υπουργοί της Αποστασίας και αργότερα της χούντας όπως οι Στ. Στεφανόπουλος («Ζωικός» από το 1943), και Κ. Κόλλιας, ανώτατος δικαστικός και πρωθυπουργός της χούντας, ακροδεξιοί ανώτατοι δικαστικοί, στρατιωτικοί, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, ακαδημαϊκοί, μητροπολίτες, όπως ο παραιτηθείς Νικόδημος Πατρών και Πειραιώς Καλλίνικος («Ε» Φ. 1776 της 6.7.1981).

Το 1972 η εταιρεία απέκτησε ιδιόκτητα γραφεία στην οδό Ευριπίδους 12, με οικονομική ενίσχυση των υπουργών της χούντας Ν. Μακαρέζου, Κ. Παπαδημητρίου και Ι. Λαδά.

*«ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΩΣ».

Δημιουργήθηκε στα μέσα της 10ετίας του ’50 από τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, ιερέα των ανακτόρων, καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο της χούντας. Εντασσόταν στο κλίμα των ευσεβιστικών οργανώσεων και εθεωρείτο ελιτίστικη παραεκκλησιαστική οργάνωση, όπου μετείχαν δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι. Τελούσε υπό την επίβλεψη του τότε βασιλέα Παύλου ο οποίος την επιχορηγούσε. Εμφανιζόταν στην κοινωνία με θρησκευτικό, ηθικό, πατριωτικό χαρακτήρα και προωθούσε στελέχη στο δημόσιο βίο με απώτερο σκοπό να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας («Σεραφείμ ο άνθρωπος που νίκησε τα γεγονότα», εκδ. Βασδέκη).

* «ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΣΤΑΥΡΟΣ».

Ιδρύθηκε μετά την άνοδο στο μητροπολιτικό θρόνο Φλωρίνης-Εορδαίας και Πρεσπών του ακραίου Αυγουστίνου Καντιώτη (1967), ο οποίος στη συνέχεια στράφηκε ακόμη και κατά του Ιερώνυμου Κοτσώνη, εκτιμώντας ότι «οι θέσεις που έπαιρνε στα τεκταινόμενα δεν ήταν οι πρέπουσες» («Ε» 11.7.1981).

Ο Καντιώτης πολέμησε και τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ για τις θέσεις του στα θέματα του πολιτικού γάμου, του αυτόματου διαζυγίου, της εκκλησιαστικής περιουσίας, των διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό και του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους.

Στις εκδόσεις που έκανε -πολλές συνοδεύονταν από μαγνητοταινίες- χαρακτήριζε τη διοίκηση του τότε Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ «σχιζοφρενική».

Δρούσε ως «Ταλιμπάν» που ασχολούνταν από τους γυμνιστές και τους μασκαράδες μέχρι το μήκος της φούστας των γυναικών.

Η «Θεολογική Αδελφότητα Σταυρός» εξέδιδε (κυκλοφορεί μέχρι σήμερα) το διμηνιαίο περιοδικό «Σταυρός» και την εφημερίδα «Χριστιανική Σπίθα». Οι μαγνητοταινίες του Καντιώτη, όπως αυτές που υμνούσαν τη στάση του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερώνυμου Κοτσώνη, αλλά και των τριών Κυπρίων Μητροπολιτών Πάφου Γεννάδιου, Κιτίου Άνθιμου και Κυρήνειας Κυπριανού, που προσπαθούσαν να ανατρέψουν -με τις ευλογίες των χουντικών, του ΝΑΤΟ και της ΕΟΚΑ Β’- τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο (τα ανωτέρω ντοκουμέντα περιλαμβάνονται στον ΙΓ’ τόμο των «Απομνημονευμάτων του Μακάριου της περιόδου 1968-1973», έκδοση του «Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ’, Λευκωσία 2003».

Η αδελφότητα είχε και θυγατρικές οργανώσεις:

Την «Αδελφότητα Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων» με έδρα πολυώροφο κτίριο επί της οδού Ζ. Πηγής 44, στην Αθήνα. Εκεί έδρευε και το βιβλιοπωλείο της οργάνωσης.

Τη «Χριστιανική Ένωση Νέων» με δημοσιογραφικό όργανο τη μηνιαία εφημερίδα «Εκκλησιαστικός Αγών».

Τον «Χριστιανικό Σύλλογο Μέγας Αθανάσιος».

Σήμερα φημολογείται ότι τα μέλη της έχουν πέσει σε έριδα με τη Μητρόπολη για τα κτίρια που αποκτήθηκαν με χρήματα της τελευταίας.

Πολλοί φάκελοι για τη δράση των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων της μεταπολεμικής και της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν έχουν ανοίξει ακόμα από τα αρχεία κρατικών υπηρεσιών.

 

 

ΧΡΥΣΟΠΗΓΗ: Ένα μοναστήρι με … ιστορία

 

«Η «Χρυσοπηγή» γεννήθηκε επί χούντας και είχε επικεφαλής τρεις μητροπολίτες:

* Τον Πειραιώς Καλλίνικο Καρούζο, «κομμουνιστοφάγο» και κήρυκα ολοκληρωτισμού.

* Τον Αιγιαλείας Αμβρόσιο Λενή, πρώην ταγματάρχη της Χωροφυλακής και υμνητή των βασανιστών στη Μεταπολίτευση (έκανε και δέηση υπέρ των βασανιστών, κατηγορώντας τα θύματά τους ως «αναρχοκομμουνιστές-συκοφάντες».

* Τον Δημητριάδος Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη, αρθρογράφο ακροδεξιών και χουντικών εφημερίδων και ιδιόρρυθμο «προοδευτικό».

Και οι τρεις έγιναν μητροπολίτες από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, αλλά στη συνέχεια έγιναν σφοδροί πολέμιοί του, γιατί έχουν βάλει στο μάτι τον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών» («Ε» 11/7/81).

Παρατηρητές των εκκλησιαστικών πραγμάτων παρουσιάζουν τον μητροπολίτη Καλλίνικο «δεινό κουμουνιστοφάγο από νεαρή ηλικία». Γεννήθηκε το 1927 στο Βαρθολομιό και φέρεται να ήταν μέλος της παρακρατικής Οργάνωσης «Αντικομμουνιστική Σταυροφορία», που έδρασε τη μετεμφυλιακή περίοδο. Καλά γνωρίζοντες ισχυρίζονται ότι «τα μέλη της συγκεκριμένης οργάνωσης κυκλοφορούσαν τότε με ταυτότητες των αρχών Ασφαλείας». (Αν ο μητροπολίτης Καλλίνικος διέθετε τέτοια ταυτότητα, μόνο ο ίδιος και τα ιστορικά αρχεία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης μπορούν να απαντήσουν).

Η εκκλησιαστική σταδιοδρομία του Καλλίνικου Καρούζου αρχίζει από το κατηχητικό, ως «γυμνασιόπαις», όταν συνδέθηκε με δύο ιεροκήρυκες της αδελφότητας θεολόγων «Ζωή». Ένας εξ αυτών ονομαζόταν Χριστόδουλος. Ήταν δε τόσο αφοσιωμένος ο Καλλίνικος σε αυτόν, που προς τιμήν του, αργότερα, έδωσε το όνομά του στο πνευματικό του τέκνο και σημερινό Αρχιεπίσκοπο.

Μετά το Γυμνάσιο μετακομίζει στην Πάτρα και εργάζεται ως ιεροψάλτης. Εκεί, μέσω των κατηχητικών της «Ζωής», γνωρίζει τον 15χρονο Αθαν. Λενή (γεννήθηκε το 1938), σημερινό μητροπολίτη Αιγιαλείας Αμβρόσιο, με τον οποίο συνδέεται στενά όπως και οι οικογένειές τους. Αχαιοί που γνώριζαν τις οικογένειες, βεβαιώνουν ότι «αι ηθικαί και χριστιανικαί αρεταί της οικογενείας Καρούζου μεταλαμπαδεύτηκαν στην οικογένεια Λενή»!

Το 1953 ο κ. Καλλίνικος (Καρούζος) εργάζεται στο βιβλιοπωλείο της αδελφότητας «Ζωή», το 1956 υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στη Διεύθυνση Θρησκευτικού Προσανατολισμού, την ίδια χρονιά χειροτονείται διάκονος και το 1959 ιερέας στον Αγιο Ανδρέα Πατρών, από το Μητροπολίτη Κωνσταντίνο Πλαντή, δραστήριο «Ζωικό».

Στην Αθήνα έρχεται σε ηλικία 31 ετών με τον Λενή, εγγράφονται στη Θεολογική Σχολή και συγκατοικούν στην οδό Στέντορος στο Παγκράτι (αργότερα θα αποτελέσει έδρα της «Χρυσοπηγής»), ενώ ο κ. Καλλίνικος κηρύσσει τον λόγο του Θεού στο ναό του Προφήτη Ηλία της περιοχής.

Στη Θεολογική γνωρίζουν τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και θέτουν μαζί του τα θεμέλια της «Χρυσοπηγής». Μετά την Αθήνα ο Καλλίνικος διατελεί ηγούμενος της Ι. Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων και ιεροκήρυκας αυτής.

Το 1961 η τριανδρία (Καλλίνικος, Αμβρόσιος και Αρχιεπίσκοπος) εγκαταβιώνουν στα Μετέωρα για ένα χρόνο, από όπου εκδιώκονται από τον τότε μητροπολίτη Τρίκκης Διονύσιο, χωρίς να έχουν γίνει μέχρι σήμερα γνωστοί οι λόγοι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα δημιουργούν τη «Χρυσοπηγή» (Β. Α. Λαμπρόπουλος: «Σεραφείμ, ο άνθρωπος που νίκησε τα γεγονότα», εκδ. Βασδέκη).

Ο μητροπολίτης Αιγιαλείας Αμβρόσιος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, κατά τα πέτρινα χρόνια στην «Ένδοξη Βασιλική Χωροφυλακή» ως αρχηγός της Θρησκευτικής Υπηρεσίας, θέση στην οποία τον διαδέχθηκε ο σημερινός μητροπολίτης Σάμου Ευσέβιος (προσχώρησε στη συνέχεια στη «Χρυσοπηγή»), κατά κόσμον Ευάγγ. Πιστολής.

Ο κ. Καλλίνικος το 1965 ιδρύει στο Παγκράτι (οδό Πυργοτέλους 3) τον «Σύνδεσμο Αγάπης ο Ιερός Χρυσόστομος», που μετεξελίχθηκε σε Κέντρο Ιεραποστολής της «Χρυσοπηγής».

Το 1967 ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος διετέλεσε αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, επί Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου Κατσώνη («Ζωικού».)

«Στις 19 Ιανουαρίου 1973 («Ε» 11.7.1981) ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος και ο τότε «υπουργός Εθνικής Παιδείας» Ν. Γκαντώνας υπογράφουν το 75/1973 Βασιλικό Διάταγμα «περί Συνοδικής-Σταυροπηγιακής Ιεράς Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής ‘Παναγιάς Χρυσοπηγής’ εν τη περιφερεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών». (ΦΕΚ 25 Α’ της 26/1/1973). Έδρα της ορίζεται προσωρινά (παραμένει μέχρι σήμερα) κτίριο στην οδό Στέντορος 4 στο Παγκράτι, όπου λειτουργεί το παρεκκλήσιο «Γέννησης της Θεοτόκου». Στην οργάνωση μετείχαν και οι τότε διάκονοι Ιγνάτιος Γεωργακόπουλος και Χριστόφορος Καρακάσης».

(Σ.σ. τον χώρο χρησιμοποίησε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στο διάστημα της προεκλογικής περιόδου κατά τη διεκδίκηση του αρχιεπισκοπικού, θρόνου).

Το Ιεραποστολικό Κέντρο της οργάνωσης Πυργοτέλους 3, Παγκράτι) ανήκει στην ενορία Πρ. Ηλία Παγκρατίου, όπου ιερουργούσε πριν από χρόνια ο μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος, και διαθέτει:

* Παρεκκλήσιο του Ιερού Χρυσοστόμου

* Δύο αίθουσες διαλέξεων

* Εντευκτήριο νέων

* Ορφανοτροφείο αρρένων

* Βιβλιοπωλείο και τον εκδοτικό οίκο της «Χρυσοπηγής»

Στόχο της «Χρυσοπηγής» και των «συνοδοιπόρων» αυτής ήταν η εκλογή δικού της Αρχιεπισκόπου και η προώθηση μελών και επιρροών της σε όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις. Το 1974, στη ρευστή ακόμα περίοδο της Μεταπολίτευσης, η «Χρυσοπηγή» συνεργάστηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, ο οποίος εκλέγει τον κ. Χριστόδουλο μητροπολίτη Δημητριάδος, στη θέση του εκλιπόντος «Ζωικού» μητροπολίτη Ηλία Τσακογιάννη

Το 1975 ο Καλλίνικος εκλέγεται τιτουλάριος μητροπολίτης Ρωγών, διορίζεται διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και εκδίδει την εφημερίδα «Εκκλησιαστική Αλήθεια».

Στο ίδιο διάστημα ο Σεραφείμ συγκρούεται με τους ιερωνυμικούς και τους «Ζωικούς», με θύμα τον τότε διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας, επίσκοπο Ανδρούσης Αναστάσιο Γιαννουλάτο (ο πεφωτισμένος Αρχιεπίσκοπος σήμερα Τιράνων και Πάσης Αλβανίας), που απολύεται από τον Σεραφείμ. Τον διαδέχεται ο μητροπολίτης Ρωγών Καλλίνικος, ο οποίος συγκέντρωσε δίπλα του κληρικούς εκδιωγμένος από το προηγούμενο εκκλησιαστικό καθεστώς.

Το 1974 οι Αρχιεπισκοπές Αθηνών και Θεσσαλονίκης διαιρούνται με το νομοθετικό διάταγμα 411/74 σε πέντε μητροπόλεις.

Η Σύνοδος προχωρεί στην εκλογή 11 νέων μητροπολιτών, εκ των οποίων μόνο οι έξι ήταν του άμεσου περιβάλλοντος του Σεραφείμ.

Το 1976 ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Λενής χειροτονείται επίσκοπος Ταλαντίου και αναλαμβάνει αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου μέχρι το 1978, για να εκλεγεί στη συνέχεια μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Την ίδια χρονιά εκλέγεται μητροπολίτης Πειραιά ο κ. Καλλίνικος, με διαφορά 10 ψήφων από τον Αναστάσιο Γιαννουλάτο. Διαδέχεται τον Χρυσόστομο Ταβλαδωράκη, ο οποίος στις 30.4 1968 με επιστολή του (αρ. πρωτ. 130) προς τη ΔΙΣ καταγγέλλει τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, «ότι αύξαναν την περιουσία τους με δωρεές ακινήτων ή χρηματικών ποσών, εισφορών, κλ.π., χωρίς αυτές να φορολογούνται, βάσει διατάξεων που είχαν πετύχει με ειδικούς νόμους από δικούς τους υπουργούς». Μάλιστα, ζητάει να «…αποκαλυφθούν οι «ψευδοχίτωνες» αυτοί κύριοι, διότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον και η δόξα της Εκκλησίας, αλλά και κατ’ επέκτασιν το μεγαλείον της ενδόξου Πατρίδος». («Ε» 3.7.1981)

Το 1980, δύο χρόνια μετά την εκλογή του στον θρόνο του Πειραιά, ο μητροπολίτης Καλλίνικος αρχίζει να δομεί το δικό του περιβάλλον και να «προσμετρά κουκιά» για το μέλλον. Έτσι, το 1980 έρχεται σε πρώτη σύγκρουση με τον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, υποστηρίζοντας στη Σπάρτη τον σημερινό μητροπολίτη Ευστάθιο, ενώ επαναθερμαίνει τις σχέσεις του με τους ιερωνυμικούς και οργανωσιακούς μητροπολίτες που έχουν χάσει τον θρόνο τους. Αποκορύφωμα της αντιπαράθεσής του με τον Σεραφείμ ήταν η εκλογή μητροπολίτη στη Μητρόπολη Αττικής, όπου ο κ. Καλλίνικος ήθελε τον μέχρι πρότινος μητροπολίτη Παντελεήμονα, «ώστε να διαφυλάξει τα συμφέροντα της σταυροπηγιακής Μονής της «Χρυσοπηγής» στο Καπανδρίτι». Ο δε Σεραφείμ είχε επιλέξει τον σημερινό μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο.

Από τις πρώτες κινήσεις του ηγέτη της «Χρυσοπηγής» στη Μητρόπολη Πειραιά, ήταν η έκδοση του εντύπου η «Πειραϊκή Εκκλησία», διευθυντής του οποίου είναι ο μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος, ιδρυτικό μέλος της «Χρυσοπηγής».

Πολιτικοί και εκκλησιαστικοί κύκλοι εκτιμούν ότι ο «μητροπολίτης Καλλίνικος δεν είναι αναμεμειγμένος μόνο στα εκκλησιαστικά, αλλά ότι μέσω των εκκλησιαστικοπελατειακών σχέσεών του με το πλήρωμα επηρεάζει ακόμα και τη σύνθεση του Κοινοβουλίου στηρίζοντας υποψήφιους βουλευτές στον Πειραιά». «Αν οι υποψήφιοι δεν «προσκυνήσουν» στον Καλλίνικο, εκλογή δεν έχει», λένε χαρακτηριστικά.

Αλλά και σε ένα από τα κείμενα της «Πειραϊκής Εκκλησίας» (φύλλο, 10 Μάιος του 1981) αναφέρεται: «Η Εκκλησία έχει σοβαρό λόγο και δικαίωμα να εμπνέει τους ορθόδοξους πολιτικούς άνδρες. Είναι παιδιά της οι άνδρες αυτοί, οποιαδήποτε θέση και αν κατέχουν στην κρατική μηχανή. Και δεν είναι αυτοί υπεράνω της Εκκλησίας, αλλά η Εκκλησία υπεράνω αυτών, ως μητέρα φιλόστοργη. Οι πολιτικοί, που δεν σέβονται την Εκκλησία και δεν διδάσκονται από Αυτήν, σφάλλονται σοβαρά ενώπιον της συνειδήσεως του ορθοδόξου λαού, που τους εξέλεξε για αρχηγούς του. Ενώ οι πολιτικοί άνδρες με καλλιεργημένο το ορθόδοξο φρόνημα, εμποτισμένοι από τις αλήθειες της ορθοδόξου Πίστεώς μας γίνονται οι σωστοί ηγήτορες του λαού και υπερασπιστές των δικαιωμάτων του. Αυτοί οι άνδρες είναι οι γνήσιοι οδηγοί και εκπρόσωποι του».

Άποψη, ο κ. Καλλίνικος έχει και για τους άλλους, τους «άθεους». Γράφει λοιπόν και πάλι στην «Πειραϊκή Εκκλησία» (φύλλο 10 Μάιος του 1981):

«Υπάρχουν βέβαια και οι πολιτικοί άνδρες, που αρνούνται τελείως την Εκκλησία. Δεν την ανέχονται ούτε την θέλουν. Δεν την πιστεύουν. Την απεχθάνονται και την μισούν. Επιθυμούν την κατακρήμνισή της. Θέλουν την πλήρη φίμωσή της. Και της αρνούνται κάθε δικαίωμα στην κοινωνική ζωή και την κρατική νομοθεσία. Πιστεύουν στην αυτοδυναμία του ανθρώπου.

»Αυτοί είναι οι αρνητές. Οι επηρεασμένοι από ξεπερασμένες πια επιστημονικά υλιστικές θεωρίες, που όμως σήμερα έχουν αρκετή πέραση σε μερικά ελληνικά μυαλά! Είναι οι μαρξιστές. Μαρξισμός και χριστιανική ιδιότητα δεν μπορούν να συνυπάρξουν…» Κοντά σε αυτούς είναι κι εκείνοι που δεν είναι μεν άθεοι, έχουν όμως μια αόρατη και συγκεχυμένη «περί Θεού πίστη»… Στην ουσία είναι άρνηση, αφού δεν είναι πίστη φωτισμένη, συγκεκριμένη, ακριβής, ορθόδοξη, χριστιανική.

»Οι πολιτικοί αυτοί άνδρες σήμερα δεν είναι λίγοι. Ούτε όμως και πολλοί, όπως νομίζεται. Δικαίωμά τους να πιστεύουν ό,τι θέλουν, όμως να πουν καθαρά στον λαό, τώρα, προεκλογικά, τις πεποιθήσεις τους περί Θεού και Εκκλησίας. Να μιλήσουν με ειλικρίνεια χωρίς να συγχέουν τους φορείς που είναι άνθρωποι «περικείμενοι ασθένεια», με τον θεοϊδρυτό θεσμό της Εκκλησίας. Για να μάθει ο λαός ποιους ψηφίζει. Να ξέρει ποιους εκλέγει αρχηγούς του. Όχι σιωπή πάνω στα θέματα που ενδιαφέρουν τον λαό. Είναι καθήκον ειλικρινείας κάθε πολιτικού ανδρός να διακηρύσσει τι πιστεύει. Και ο λαός δικαιούται να ζητήσει εξηγήσεις από εκείνους που αύριο θα ψηφίσει».

 

από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 26/03/2005

 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΕ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ